Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Το Σύμβολο της Πίστεως.


Κατά το έτος 325, η Εκκλησία, η οποία μόλις έβγαινε από τις κατακόμβες και τους διωγμούς, έζησε το «πολυσήμαντο γεγονός» της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε στην Νίκαια της Βιθυνίας με τη συμμετοχή 318 επισκόπων. Ανάμεσα στα έργα της Συνόδου ήταν και η σύνταξη των επτά πρώτων άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως.

Η διαίρεση των επισκόπων της Ανατολής σε οπαδούς και αντιπάλους του αιρεσιάρχη Αρείου, εφόσον αποτέλεσε παράγοντα «που απειλούσε την αλήθεια και άρα τη σωτηρία, έγινε η κύρια αιτία συγκλήσεως των επισκόπων όλης της Εκκλησίας σε σύνοδο.».
Η συντριπτική πλειοψηφία των επισκόπων που απέρριπταν τις αιρετικές διδασκαλίες, «έμειναν για να ορίσουν θετικά την σχέση του Υιού προς τον Πατέρα, να δείξουν τον θεμέλιο λίθο του τριαδολογικού δόγματος, το οποίο με τις προσθήκες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (381) θα αποτελέσει την απολύτως αναγκαία χάρτα πίστεως της Εκκλησίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όσα οι επόμενες Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ΄-Ζ΄)για το πρόσωπο του Χριστού θα αποφασίσουν, δεν θα προστεθούν στο Σύμβολο, αλλά θα ονομαστούν δογματικοί όροι, επίσης όμως απαραίτητοι και υποχρεωτικοί.» .
Οι επίσκοποι που συμμετείχαν στις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, διετύπωσαν οριστικά το Σύμβολο της Πίστεως ή Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, στα άρθρα του οποίου περιέχονται τα θεμελιώδη δόγματα, η πίστη στον Τριαδικό Θεό, η ενσάρκωση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, το ομοούσιον, η θεότητα του Αγίου Πνεύματος, τα αφορώντα την Εκκλησία, το βάπτισμα και τα Έσχατα. Μάλιστα στον Ζ΄ Κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, τον οποίο έχουν επικυρώσει η Δ΄, η Πενθέκτη και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, απαγορεύεται κάθε αλλοίωση των αρχαίων Κανόνων και του Συμβόλου φυσικά, με προσθαφαίρεση η παραχάραξή τους. Αυτό επισημαίνει και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Πρόεδρος της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σε επιστολή του προς τον Αντιοχείας Ιωάννη, όταν του γράφει, μεταξύ των άλλων, ότι δεν επιτρέπεται «ή λέξιν αμείψαι των εγκειμένων εκείσε (στο Σύμβολο της Πίστεως) ή μίαν γουν παραβήναι συλλαβήν». Και σε άλλη επιστολή του προς τον Βερροίας Ακάκιον επαναλαμβάνει: «ώστε και πάντας ομολογείν τε και πιστεύειν ούτω και διδάσκειν, μήτε προστεθέντος τινός, μήτε μην υφημένου».

Η προϋπόθεση που θέτει ο άγιος Κύριλλος, το «πάντας ομολογείν», είναι η ενότητα της πίστεως, την οποία εκφράζει η ευχαριστιακή κοινότητα, η Εκκλησία, δια των επισκόπων της, «εν ενί στόματι και μία καρδία», όπως λέγεται στη Θεία Ευχαριστία, δηλαδή ως ομοφωνία και όχι ως διαφωνία και η οποία, εκ μέρους των λαϊκών, εκφέρεται με το «Αμήν» και την δημόσια ομολογία πίστεως, δια του καθιερωμένου Συμβόλου, σε κάθε Θεία Λειτουργία.


Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται το Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως ως έργο των επισκόπων και μόνον. «Είναι συλλογικό έργο της Εκκλησίας, η οποία με τους επισκόπους της το κατακυρώνει στα εκάστοτε στάδια της αυξήσεώς του.» Η Εκκλησία, λαός και κλήρος, ως έχουσα κεφαλή τον Ιησού Χριστό είναι ο φορέας της παραδόσεως, ο μοναδικός φορέας της αλήθειας, είναι ο ερμηνευτής των Γραφών, έχει το βίωμα και την εμπειρία να διατυπώνει δια των Επισκόπων της το δόγμα.


Ο τύπος Συμβόλου με το οποίο ομολογεί μέχρι η Ορθόδοξη Εκκλησία την πίστη της, έχει πιθανότατα, όπως φαίνεται από την συνοπτική σύγκριση, τις ρίζες του στα αρχαία κατά τόπους Βαπτιστήρια Σύμβολα και ιδιαίτερα σε αυτά των Ιεροσολύμων, της Καισαρείας και της Αντιοχείας.

Η «μεγάλη προσθήκη της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου περί του Αγίου Πνεύματος εν τω ογδόω άρθρω του Συμβόλου εστηρίχθη επί της αγίας Γραφής, συντεθείσα εκ λέξεων και εννοιών αυτής.».


Παραθέτουμε εν συνεχεία τα τρία αρχαία Βαπτιστήρια Σύμβολα, έτσι όπως τα αναφέρει ο Ιωάννης Καρμίρης , καθώς και το Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Οι ομοιότητες είναι φανερές και οδηγούν αβίαστα στην υπόθεση ότι δεν αποκλείεται τα κείμενα αυτά να προτάθηκαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ως βάση για την διατύπωση του Συμβόλου από τους εκεί επισκόπους, Μακάριο Ιεροσολύμων, Ευσέβιο Καισαρείας και Ευστάθιο Αντιοχείας.
Ακόμη συμπεραίνουμε «ότι η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν συνέταξε εξ υπαρχής νέον ίδιον σύμβολον, διάφορον του της Νικαίας, αλλ’ απλώς αναγνωρίσασα, αποκατέστησε και επεκύρωσε και εσφράγησε το Σύμβολον της Νικαίας, αφού ανεμόρφωσεν αυτό και ιδία διηύρυνε το τρίτον μέρος αυτού περί Αγίου Πνεύματος».

Σύμβολο Ιεροσολύμων

«Πιστεύομεν εις ένα Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. [Και] εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα Θεόν αληθινόν προ πάντων των αιώνων, δι ου τα πάντα εγένετο∙ [τον σαρκωθέντα και] ενανθρωπήσαντα, [τον] σταυρωθέντα [και ταφέντα και] αναστάντα [εκ νεκρών] τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους ουρανούς, και καθίσαντα εκ δεξιών του Πατρός, και ερχόμενον εν δόξη κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος. [Και] εις έν Άγιον Πνεύμα, τον παράκλητον, το λαλήσαν εν τοις προφήταις, και εις έν βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών, και εις μίαν αγίαν καθολικήν Εκκλησίαν, και εις σαρκός ανάστασιν, και εις ζωήν αιώνιον»

Σύμβολο Καισαρείας

«Πιστεύομεν εις ένα Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, τον απάντων ορατών τε και αοράτων ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον του Θεού Λόγον, Θεόν έκ Θεού, φως εκ φωτός, ζωήν εκ ζωής, Υιόν μονογενή, πρωτότοκον πάσης κτίσεως, προ πάντων των αιώνων εκ του Πατρός γεγεννημένον, δι ου και εγένετο τα πάντα∙ τον δια την ημετέραν σωτηρίαν σαρκωθέντα και ενανθρώποις πολιτευσάμενον, και παθόντα και αναστάντα τη τρίτη ημέρα, και ανελθόντα προς τον Πατέρα, και ήξοντα πάλιν εν δόξη κρίναι ζώντας και νεκρούς. Πιστεύομεν εις έν Πνεύμα άγιον. Τούτων έκαστον είναι και υπάρχειν πιστεύοντες, πατέρα αληθώς πατέρα, και υιόν αληθώς υιόν, και πνεύμα άγιον αληθώς πνεύμα άγιον, καθώς και ο Κύριος ημών αποστέλων εις το κήρυγμα τους εαυτού μαθητάς είπε∙ «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Σύμβολο Αντιοχείας

«Πιστεύομεν εις ένα και μόνον αληθινόν Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, πάντων ορατών τε και αοράτων ποιητήν. Και εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν αυτού τον μονογενή και πρωτότοκον πάσης κτίσεως , τον εξ αυτού [του Πατρός] γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, ου ποιηθέντα, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, ομοούσιον τω Πατρί δι ου και οι αιώνες κατηρτίσθησαν και τα πάντα εγένετο∙ τον δι ημάς κατελθόντα και γεννηθέντα εκ Μαρίας της αγίας παρθένου [της αγίας αειπαρθένου] και σταυρωθέντα επί Ποντίου Πιλάτου, [και] ταφέντα και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ανελθόντα εις τους ουρανούς, και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς. … και εις αμαρτιών άφεσιν, και [εις] νεκρών ανάστασιν, και εις ζωήν αιώνιον».

Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως

«Πιστεύομεν εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρα κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν. Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογοῦμεν ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.»

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Η προσωπικότητα και οι προϋποθέσεις του ποιμένα σύμφωνα με τους Περί Ιερωσύνης λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.*



Η ποιμαντική Πραγματεία, Περί Ιερωσύνης, «αποσκοπεί στην περιγραφή του μεγαλείου της Ιερωσύνης και στον καθορισμό των αρετών και προσόντων, που πρέπει να κοσμούν τον πνευματικό ποιμένα.»[1]. Οικοδομείται πάνω στα ιδεατά προσόντα του Βασιλείου, τα οποία πρέπει να διαθέτουν εν γένει οι κληρικοί και ο επίσκοπος ειδικότερα και στις υποτιθέμενες αδυναμίες του Χρυσοστόμου, οι οποίες οριοθετούν τους λόγους αποκλεισμού των αναξίων από τις τάξεις του ιερατείου.

Όπως συνομολογούν οι μελετητές, «η προβαλλόμενη εμμονή του Χρυσοστόμου στην άρνησή του να αποδεχτεί το επισκοπικό αξίωμα, διότι περί αυτού πρόκειται τελικά, αποβλέπει στην κατάδειξη των μεγάλων ευθυνών της ιερατικής εν γένει διακονίας και στην αποτροπή από την είσοδο στις τάξεις του κλήρου αναξίων λειτουργών.»[2].

Το έργο του αυτό, «μεγάλης θεολογικής και φιλολογικής αξίας, το σπουδαιότερο στο είδος του σε όλη την εκκλησιαστική γραμματεία»[3], με θαυμάσια επιχειρηματολογία και βαθμιαία νοηματική άνοδο, όσο αφορά στη δομή του, χαρακτηρίζεται, ως προς το περιεχόμενο, ως μια σειρά παραινετικών και ελεγκτικών λόγων προς τους ιερείς. Ακριβώς επειδή «στη σωτηρία των πιστών το ιερατείο έχει μέγιστη ευθύνη έναντι του Θεού, ο Χρυσόστομος οριοθετεί […] τα πλαίσια της υπεύθυνης ιερατικής διακονίας. Η σωτηριολογική αποστολή της Εκκλησίας προσδιόριζε και τη στάση του έναντι των κληρικών εκείνων οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στο ύψος και την ευθύνη του αξιώματός τους.»[4].

Οι Περί Ιερωσύνης λόγοι αποτελούν ένα από τα πιο διαδεδομένα έργα του ι. Πατέρα, το οποίο είχε μεγάλη επίδραση στην Εκκλησία και έφτασε να θεωρείται από πολλούς ως απαραίτητο εφόδιο των μελλόντων να ιερωθούν και λόγος αποτρεπτικός «των μανιωδών εραστών του επισκοπικού αξιώματος»[5].

Είναι έξι τον αριθμό, γραμμένοι σε μορφή διαλόγου, στα πρότυπα των Πλατωνικών και σίγουρα έχουν δεχτεί, στη δομή και το ύφος, την επίδραση του ‘’Απολογητικού της εις τον Πόντον φυγής’’ του Γρηγορίου του Θεολόγου.


[1] Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, σ. 94 εξ.

[2] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή Βασίλειος Χρ. Καραγιώργος, σ. 9.

[3] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, σ. 150 εξ.

[4] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγιώργος, Σειρά: Η φωνή των Πατέρων μας, Αποστολική Διακονία, Έκδοση β΄, Αθήνα 2004, Εισαγωγή, σ. 8.

[5] Βαρβάρας Γιαννακοπούλου, σ. 94.




.... [...]

Στον πρώτο λόγο, ο ι. Χρυσόστομος, πριν ακόμη μιλήσει για το ποιος πρέπει και ποιος δεν πρέπει να είναι ο ποιμένας, παραδίδει μαθήματα ποιμαντικής πρακτικής, παραλληλίζοντας τις μεθόδους των θεραπόντων των σωματικών και των ψυχικών νοσημάτων με τις μεθόδους που εφήρμοσε «και ο μακάριος Παύλος»[1]. Ήδη, από τόσο νωρίς, ονομάζει τις μεθόδους ‘’φάρμακα’’ και εξαρτά τον χαρακτηρισμό των πράξεων από τις προθέσεις.

Στην ερώτηση του Βασιλείου: και ποιο το κέρδος από το, στην προκειμένη περίπτωση, ‘’φάρμακο’’ της απάτης[2]; Έρχεται η πρώτη μεγαλειώδης ρήση του αγίου. «Ότι μέγιστον η ιερωσύνη τεκμήριον της εις τον Χριστόν αγάπης.»[3].

Πάντα με παράδειγμα τον διάλογο του Ιησού με τον Πέτρο, ο Χρυσόστομος εξάρει την αξία της υπηρεσίας της ποίμνης έναντι όποιας άλλης διακονίας. «Καίτοι δε θα μπορούσε να πει προς αυτόν, αν με αγαπάς, νήστευε, κοιμήσου χάμω στη γη, κάμε συχνές αγρυπνίες, υπεράσπιζε τους αδικούμενους, γίνε πατέρας των ορφανών παιδιών και σύζυγος της μητέρας αυτών, όμως, αντί αυτών τι λέγει; Ποίμανε τα πρόβατά μου.»[4].

Αγάπη και θυσία, τα πρώτα υποδειγματικά λόγια του μεγάλου ιερέα. Απόδειξη αγάπης για τον Χριστό η διαποίμανση του ποιμνίου Του, όπως ακριβώς υπέδειξε ο Κύριος στον Πέτρο, στο πρότυπο της θυσίας του Αρχιποίμενος και Αρχιερέως ο οποίος παραδόθηκε εκ του Πατρός, «ίνα τους εχθρωδώς προς αυτόν διακείμενους εαυτώ καταλλάξη και ποιήση λαόν περιούσιον. Δια τι και το αίμα εξέχεεν; Ίνα τα πρόβατα κτήσηται ταύτα α τω Πέτρω και τοις μετ’ εκείνον ενεχείριζεν.»[5].

Ο ιερέας, ο έχων την Αποστολική διαδοχή, δια του μυστηρίου της Ιερωσύνης παραλαμβάνει το προνόμιο Αγάπης και Θυσίας. Είναι ‘’ο πιστός και φρόνιμος δούλος’’, ο οποίος προικίστηκε με «το σπάνιο των προσόντων αυτών και το μέγεθος της εξουσίας»[6] και του οποίου το έπαθλο θα είναι να τον καταστήσει διαχειριστή «Επί πάσι τοίς υπάρχουσιν αυτού»[7].

Ο άγιος, «Αναλογιζόμενος το ύψος και το μεγαλείο της Ιερωσύνης και τη σπουδαιότητα της ποιμαντικής διακονίας διερωτάται, ποιος πρέπει να είναι ο άνθρωπος, που πρεσβεύει όχι μόνον υπέρ μιας πόλεως αλλ’ υπέρ πάσης της οικουμένης»[8].

Ορίζει ποιοι αποκλείονται και ποιοι θα πρέπει να προτιμηθούν προκειμένου περί της διακυβερνήσεως της Εκκλησίας και της επιμέλειας τόσων πολλών ψυχών. Τόσο η γυναικεία φύση, εξαιτίας του μεγέθους της εξουσίας, όσο και οι περισσότεροι άνδρες πρέπει να υποχωρήσουν μπροστά σε αυτή την ευθύνη γιατί τα σφάλματα των ποιμένων πληρώνονται με την απώλεια της ψυχής τους.

«Ο δε ανθρώπους πιστευθείς, το λογικόν του Χριστού ποίμνιον, πρώτον μεν ουκ εις χρήματα, αλλ’ εις την εαυτού ψυχήν την ζημίαν υφίσταται υπέρ της των προβάτων απωλείας.»[9].

Κοντά σ’ αυτή την διαπίστωση εισηγείται, ο άγιος Πατέρας, το χάρισμα της ποιμαντικής διακρίσεως. Πάντα στα βήματα του Παύλου, συνιστά στον ποιμένα «ου βιαζόμενον, αλλά πείθοντα δει ποιείν αμείνω τον τοιούτον.»[10], διότι, οι έχοντες πνευματική πατρότητα, δεν κυριεύουμε την πίστη σας, άλλα είμαστε συνεργοί στη χαρά σας.[11]

Αναπτύσσοντας στη συνέχεια τις δυσκολίες και τους κινδύνους της ιερατικής διακονίας, καθιστά σαφές το πλήθος των αρετών τις ποίες πρέπει να έχει ο ποιμένας για να επιτελέσει το έργο της σύναξης των προβάτων υπό τον Έναν Ποιμένα Χριστό.

Πρέπει να διαθέτει παραινετικό λόγο που όμως να κόβει σαν το σίδερο, φρόνηση και μύριους οφθαλμούς. Να διερευνά με ακρίβεια, να επιχειρεί ήρεμη και σταδιακή θεραπεία, να επιδεικνύει καρτερικότητα και υπομονή, να επιτυγχάνει τον στόχο του με την πειθώ.

Πάνω από την γενναιοψυχία, ο Χρυσόστομος, τοποθετεί την πίστη και την προσευχή. Διότι, ως συνεργός στο έργο του Θεού, ο ποιμένας δεν είναι μόνος. Πρέπει να αναπέμπει την προσευχή του ‘’συνεχώς’’ γιατί ο Κύριος γνωρίζει πότε θα καλέσει τον καθένα. «Γενναίας ουν δει ψυχής ίνα μη περικακή, ίνα μη απογινώσκη την των πλανωμένων σωτηρίαν, ίνα συνεχώς εκείνο και λογίζηται και λέγη: ‘’Μήποτε δω αυτοίς ο Θεός επίγνωσιν αληθείας και ανανήψωσιν εκ της του διαβόλου παγίδος.’’»[12].

Μεγάλο μέρος του δευτέρου λόγου φανερώνει το μέγεθος της ταπείνωσης του μέλλοντος να ιερωθεί και την συναίσθηση της ευθύνης του μεγάλου έργου, προϋποθέσεις οι οποίες ωθούν τον Βασίλειο και τον Ιωάννη να αποφεύγουν την χειροτονία τους και να υπογραμμίζουν την αδυναμία τους.

Ο Χρυσόστομος, τονίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις που έθεσε ο Παύλος. Την έξωθεν καλή μαρτυρία και το θετικό αποτέλεσμα της ακριβούς και λεπτολόγου έρευνας αυτών που έχουν την ευθύνη επιλογής των ιερέων.

Ο ίδιος αιτιολογεί την συναίνεσή του προς την χειροτονία του φίλου του, επειδή είδε γερά ριζωμένο στην ψυχή του Βασιλείου, «το ανώτερο όλων των χαρισμάτων»[13], την αγάπη. Μιμητής Χριστού ο ποιμένας, οφείλει να πληροί τους όρους της τέλειας αγάπης, να θυσιάζει και την ψυχή του υπέρ των φίλων.

Απόδειξη αγάπης προς τον Χριστό μπορεί να είναι, κατά τον άγιο Πατέρα, και η αποδοχή και η άρνηση της Ιερωσύνης. Διότι ο αρνούμενος μπορεί να κινείται από ευγενή κίνητρα, δηλαδή να προστατέψει τους εκλέξαντες αυτόν από την κατακραυγή του κόσμου-εφόσον η επιλογή τους θα ήταν άστοχη-και να προστατέψει την Εκκλησία από ένα πρόσωπο νεαρό και άπειρο που καταναλώθηκε στις θύραθεν μελέτες χωρίς να αποκτήσει εκκλησιαστική εμπειρία, χωρίς τον πόνο και τον μόχθο της εκκλησιαστικής διακονίας. Βέβαια δεν θα πρέπει να συγχέουμε τους νέους με τους νεόφυτους. Η σύνεση και όχι μόνον η ηλικία είναι προϋπόθεση της ιερατικής διακονίας. «ουδέ τον νέον απείργειν της τοιαύτης διακονίας, αλλά τον νεόφυτον,»[14].

Η Ιερωσύνη, κατά τον Χρυσόστομο, «ανωτέρω βασιλείας έστηκεν»[15], τόσο ανώτερη όσο και το πνεύμα είναι από την σάρκα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρήσει κάτι μεγαλύτερο από την τιμή να ανέλθει στο ιερατικό αξίωμα. «ασκείται μεν επί της γης, αλλά ανήκει στην τάξη των επουρανίων ταγμάτων. […] την καθίδρυσε […] ο ίδιος ο Παράκλητος,»[16]. Για τούτο ο ιερέας πρέπει να είναι καθαρός, σα να βρίσκεται ανάμεσα στις επουράνιες δυνάμεις. Αφού ο ιερέας «στέκεται στο θυσιαστήριο και κατεβάζει στη γη όχι φωτιά, αλλά το Άγιο Πνεύμα,»[17] και του έχει παραχωρηθεί εξουσία ‘’του δεσμείν και λύειν’’ επί της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι οι ιερείς μοιάζουν να έχουν υπερβεί την ανθρώπινη φύση, «απαλλαγέντες από τα δικά τους πάθη»[18]. Είναι διάκονοι των μεγαλυτέρων δωρεών του Θεού, «γεννούν ανθρώπους στην αιώνια βασιλεία»,[19] και έχουν ανάγκη τόσο προσωπικής όσο και επουράνιας δυνάμεως.

Στα βήματα του Παύλου, πρόθυμος, εργατικός, πλήρης χάριτος και παρ’ όλα αυτά έμπλεος φόβου, ο ιερέας. Στην καθημερινή ζωή πιστός στην τήρηση των Θείων εντολών, αγωνιζόμενος όχι μόνο για την δική του προκοπή αλλά και των πνευματικών του τέκνων.

«Πρέπει να έχει πολλή σύνεση, […] πρέπει να λαμβάνει τη χάρη του Θεού και να διαθέτη ορθότητα στη συμπεριφορά, καθαρότητα βίου, καθώς και αρετή περισσότερη απ’ ότι πρέπει στους ανθρώπους,»[20], να αποφεύγει το σκόπελο της κενοδοξίας, την ραθυμία, να χρησιμοποιεί ορθά τις Θείες δωρεές.

Οι περισσότεροι προτιμούν φίλους να αναρριχώνται στον επισκοπικό θρόνο ή συγγενείς ή αυτούς που τους κολακεύουν ή που με τα χρήματά τους εξαγοράζουν την εύνοια. Και είναι τέτοια η κατάντια όσα και τα θηρία που κατοικούν στον σκόπελο της κενοδοξίας των διακαώς επιθυμούντων να ιερωθούν. «Θυμός, αθυμία, φθόνος, έρις, διαβολαί, κατηγορίαι, ψεύδος, υπόκρισις, επιβουλαί, οργαί κατά των ηδικούντων ουδέν, ηδοναί επί ταις των συλλειτουργούντων ασχημοσύναις, πένθος επί ταις ευημερίαις, επαίνων έρως, τιμής πόθος-τούτο δη το μάλιστα πάντων την ανθρωπείαν εκτραχηλίζον ψυχήν-, διδασκαλίαι προς ηδονήν, ανελεύθεροι κολακείαι, θωπείαι αγεννείς, καταφρονήσεις πενήτων, θεραπείαι πλουσίων, αλόγιστοι τιμαί και επιβλαβείς χάρητες, κίνδυνον φέρουσαι και τις παρέχουσι και τις δεχομένοις αυτάς, φόβος δουλοπρεπής και τοις φαυλοτάτοις των ανδραπόδων προσήκων μόνοις, παρρησίας αναίρεσις, ταπεινοφροσύνης το μεν σχήμα πολύ, η αλήθεια δε ουδαμού, έλεγχοι δε εκποδών και επιτιμήσεις, μάλλον δε κατά μεν των ταπεινών και πέρα του μέτρου, επί δε των δυναστείαν περιβεβλημένων ουδέ διάραί τις τα χείλη τολμά.»[21].

Για τούτο πρέπει, πάνω απ’ όλα, ο ιερέας να προσέχει και «να διατηρή δηλαδή με κάθε τρόπο την ψυχή του καθαρή από την επιθυμία να αναλάβη το αξίωμα αυτό.»[22]. Να είναι νηφάλιος και διορατικός. Να έχει ψυχή ανδρεία και ισχυρότατη. Να συγκρατεί την οργή του. «πρέπει το κάλλος της ψυχής του ιερωμένου να λάμπει παντού για να ευφραίνει και ταυτόχρονα να μπορεί να φωτίζει τις ψυχές των ορώντων.»[23].

Ο επίσκοπος, κατά τον άγιο Πατέρα, πρέπει «να οχυρώσει την άμυνά του με αδαμάντινα όπλα, με συντονισμένες ενέργειες, με συνεχή καθαρότητα βίου και να προσέχει παντού,»[24].

Δεν επιτρέπεται ούτε ένα μικρό μέρος της ψυχής του να είναι σαθρό, οι αρμοί του βίου του να είναι παντού καλά συνδεδεμένοι, διότι έχει εχθρούς πολλούς. Πολλοί ορέγονται την επισκοπή του και χρειάζεται πολλή ευλάβεια για να αντεπεξέλθει κανείς.

Δεν αρκούν τα ανθρώπινα κριτήρια για να βεβαιωθεί κάποιος ότι είναι ικανός για τούτο τον πόλεμο και τη μάχη την «ποικίλην και πολυειδή»[25] έναντι των φθονούντων τον κατέχοντα επισκοπική εξουσία.

Η επιθυμία της φιλαρχίας πρέπει να εκβάλλεται από την ψυχή του ιερέα. «Αυτόν δε τον πόθο πρέπει κανείς με πολύ επιμονή να εξωθή από την ψυχή του και να μη επιτρέψη την κατάληψή της από αυτόν, ώστε να είναι σε θέση να ενεργή πάντοτε με ελευθερία.»[26].

Πρέπει να είναι «συνάμα σεμνός και ταπεινόφρων, φοβερός και προσηνής, αυταρχικός και κοινωνικός, αδέκαστος και επιεικής, ταπεινός και αξιοπρεπής, οξύς και ήμερος […] να χρησιμοποιεί με πυγμή την εξουσία του […] να αποβλέπει σε ένα και μόνο, στην εκκλησιαστική οικοδομή και να αποφεύγει να πράττει κάτι με γνώμονα είτε την απέχθεια είτε την ευμένεια.»[27].

Και βέβαια, εκτός από τα προσόντα και τον χαρακτήρα του μελλοντικού ποιμένος, είναι βέβαιο πως θα πρέπει να διαθέτει εξαιρετικές ικανότητες για να αναλάβει το διακόνημα της προστασίας των παρθένων και των χηρών και της απονομής της δικαιοσύνης. Πόση διάκριση έρευνα και φροντίδα πρέπει να επιδεικνύει ο πνευματικός πατέρας, εκτός από την μεγαλοψυχία που είναι το πρώτιστο προσόν; Ακόμη θα πρέπει να «διαθέτη και μία άλλη αρετή, την αιτία όλων των ανθρωπίνων αγαθών, την ανεξικακία […] πρέπει να υποφέρει με μεγαλοφροσύνη […] και να μην εκνευρίζεται με τις ανυπόστατες αιτιάσεις ούτε και με τις παράλογες κατηγορίες.»[28]. Να μην οργίζεται, να είναι φιλικός προς τους φτωχούς και προσηνής, μακρόθυμος και υπομονετικός με τα προβλήματα που προκαλεί ο πόνος της φτώχιας, αλλά και εξίσου συνετός και καλός διαχειριστής των χρημάτων για να μπορέσει να προστατεύσει τα χρήματα των φτωχών. Να είναι σφόδρα προσεκτικός στο θέμα της προστασίας των παρθένων και της απονομής δικαιοσύνης.

Με συγκατάβαση θα πρέπει να αντιμετωπίζει ο επίσκοπος το ποίμνιό του. Υγιείς και νοσούντες έχουν την ανάγκη πνευματικής καθοδήγησης, και αυτό πρέπει να είναι καθημερινό μέλημα του επισκόπου. Ακόμη και τις απλές αλλαγές στην όψη του και το γέλιο και το ύφος του πρέπει να προσέχει γιατί είναι στόχος του βλέμματος των πολλών.

Στη συνέχεια και για τις ανάγκες του διαλόγου, ο ι. Χρυσόστομος, εξαντλεί τις απαντήσεις σε ένα σύνολο επιχειρημάτων του Βασιλείου υπέρ όσων δεν επεδίωξαν αλλά αναγκάστηκαν να δεχθούν την Ιερωσύνη.

Ο άγιος Πατέρας δεν είναι επιεικής ούτε και με αυτούς. «Ο τιμηθείς με το βασιλικό αξίωμα δεν πρέπει να προβάλλει το μέγεθος του αξιώματος ως απολογία για τα λάθη του, αλλά πρέπει να χρησιμοποιεί την εξαιρετική εύνοια που του έδειξε ο Θεός για να βελτιωθεί.»[29].

Υπάρχει ασφαλής τρόπος να αποφύγει ο άνθρωπος την αιώνια καταδίκη. Αν μεν δεν είναι ικανός, να αποφύγει δια παντός την Ιερωσύνη. Αν δε είναι άξιος γι αυτήν, να αναθέσει τις ελπίδες του για σωτηρία στη χάρη του Θεού και στο ότι δεν θα πράξει ποτέ τίποτα αντίθετο αυτής της χάρητος.

Μεγάλη σημασία δίνει ο Χρυσόστομος στα ρητορικά χαρίσματα του ποιμένα. Διότι «η δια του λόγου διδασκαλία»[30] αποτελεί θέση φαρμάκου και εργαλείου για εκείνον που θα γιατρέψει τις ψυχές των νοσούντων. Ειδικά των αιρετικών, που χρειάζονται, εκτός από οτιδήποτε άλλο, την διδασκαλία για να ορθοδρομήσουν.

Μάχαιρα πνεύματος, ανθεκτική πανοπλία πίστεως, θαυματουργική παρουσία, δεν θα μπορούσαν να αναιρέσουν την αξία του χαρίσματος του λόγου. Διότι ο ποιμένας πρέπει να διαθέτει και άριστη θεολογική προετοιμασία και να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να μπει στη μάχη με τους αλλόθρησκους και τους αιρετικούς, χρησιμοποιώντας την τέχνη της διαλεκτικής, χωρίς να φιλονικεί, ήπιος, διδακτικός και ανεξίκακος όπως οφείλουν να είναι οι δούλοι του Κυρίου.

Ακλουθώντας για άλλη μια φορά τις ρήσεις του θείου Παύλου, προτύπου πνευματικού ποιμένα, ο οποίος εξαιτίας της σύνταξης των δύο προς Τιμόθεον και μιας προς Τίτον ποιμαντικών επιστολών «εκλήθη Πατέρας και Θεμελιωτής της Ποιμαντικής»[31], ο Χρυσόστομος, προβάλει την ανάγκη να αποκτήσουν άπαντες το χάρισμα του λόγου και τις ικανότητες του Αποστόλου. Να είστε έτοιμοι να απολογηθείτε για την πίστη σας ζητούν στους αιώνες οι δύο μεγάλοι μας άγιοι, διότι ζημιά μεγάλη αποτελεί για το ποίμνιο ο άπραγος περί τα δόγματα και την διδασκαλία ιερέας του οποίου η ήττα θα οδηγήσει πολλούς στην καταστροφή.

Ο ποιμένας διδάσκων, πρέπει να έχει εμπειρία, να μπορεί να παραβλέπει τα εγκώμια ενώ τα αξίζει και να έχει γενναία ψυχή και τέχνη του λόγου χωρίς να άγεται από τις επιθυμίες του πλήθους αλλά κατορθώνοντας με την τέχνη του να άγει το πλήθος αυτός.

Πρέπει να ρυθμίζει το περιεχόμενο των λόγων του με βάση το θέλημα του Θεού, καταφρονώντας τους επαίνους και κατανικώντας το θηρίο της δόξας, για να μην καταληφθεί η ψυχή του από την αθυμία και τα άλλα πάθη του όχλου.

Και φυσικά όλα αυτά που αναφέρθηκαν από τον άγιο Πατέρα αφορούν ετούτον εδώ τον κόσμο και την επίγεια ζωή μας.

Αναρωτιέται λοιπόν, «Πώς όμως θα μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της ουράνιας ζωής, όταν είμαστε αναγκασμένοι να επωμισθούμε τις ευθύνες για καθένα από τους ανθρώπους που ανατέθηκαν στην ποιμαντική μας εξουσία;»[32].

Διότι οι ιερείς έχουν την ευθύνη για τις αμαρτίες των άλλων και επιβάλλεται να αγρυπνούν για τις ψυχές του ποιμνίου τους.

Απαιτείται αγγελική αρετή, πεντακάθαρη ψυχή, περισσότερη και από την μοναχική καρτερία, άσπιλο πνευματικό κάλλος, συνεχής νήψη, αυστηρότητα της σωφροσύνης, επιμέλεια και φροντίδα της εξωτερικής εμφάνισης προς αποφυγήν του οίκτου και της χειρότερης καταστροφής.

Πώς πρέπει να σκιαγραφήσει, λοιπόν, ο Χρυσόστομος «τον υπέρ της πόλεως όλης, τι λέγω της πόλεως, πάσης μεν ουν της οικουμένης πρεσβέβοντα και δεόμενον ταις απάντων αμαρτίαις ίλεων γενέσθαι τον Θεόν, ου των ζώντων μόνον, αλλά και των απελθόντων, οποίον τινά είναι χρη;»[33] Ποιος είναι αυτός που διακονεί ολόκληρο τον κόσμο μέσω του φρικτού θυσιαστηρίου;

Είναι ο ικανός, ο επιτήδειος σε όλα. Προς δόξαν Θεού και οικοδομήν της Εκκλησίας. Είναι εκείνος που δίνει σκληρότερο από τον μοναχό αγώνα, ποιμαίνει τα πλήθη με καρτερία, ασκείται με μέτρο μέσα στην εγκόσμια βοή, φέρει στους ώμους του τις αμαρτίες των πολλών.

Είναι όμως και άνθρωπος και μας αναπέμπει παράκληση δια στόματος Βασιλείου:

«Σε παρακαλώ όμως και σε ικετεύω, αν κάτι θέλης να κάνεις για μένα να με στηρίξεις εν Χριστώ,»[34]. Και ως Χρυσόστομος απαντά: «Πιστεύω γαρ,[…],τω καλέσαντί σε Χριστώ και τοις ιδίοις επιστήσαντι προβάτοις ότι τοσαύτην εκ της διακονοίας ταύτης κτήση παρρησίαν ως και ημάς κατά την ημέραν εκείνην κινδυνεύοντας εις την αιώνιόν σου δέξασθαι σκηνήν.»[35].




[1] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Α΄, σ. 41.

[2] Για την οικονομία του έργου, ο Χρυσόστομος, υποτίθεται ότι εξαπάτησε τον Βασίλειο υποδυόμενος ότι και αυτός θα αποδεχτεί την χειροτονία του σε Επίσκοπο, αναγκάζοντας έτσι τον φίλο του να βρεθεί στις τάξεις των ιερέων ακουσίως.

[3] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 85 2.1.

[4] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Β΄, σ. 45.

[5] Αυτόθι, 85 2.1.41-44.

[6] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Β΄, σ. 45.

[7] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 85 2.1.54-56.

[8] Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, σ. 95.

[9] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 85 2.2 20-23.

[10] Αυτόθι, 85 2.3.60-61.

[11] Β΄ Κορ. 1,24.

[12] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 2.4.51-55.

[13] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Β΄, σ. 55.

[14] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 2.8.33-34.

[15] Αυτόθι, 3, 3.1.12.

[16] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Γ΄, σ. 64.

[17] Αυτόθι, σ. 65.

[18] Αυτόθι, σ. 66.

[19] Αυτόθι, σ. 68.

[20] Αυτόθι, σ. 71.

[21]Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 3, 3.9.13-27.

[22] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Γ΄, σ. 75.

[23] Αυτόθι, σ. 81 εξ.

[24] Αυτόθι.

[25] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 3, 3.10.2.70.

[26] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Γ΄, σ. 76.

[27] Αυτόθι, σ. 90.

[28] Αυτόθι, σ. 92.

[29] Αυτόθι, Λόγος Δ΄, σ. 104.

[30] Αυτόθι, σ. 114.

[31] Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, σ. 81.

[32] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος ΣΤ΄, σ. 139.

[33] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 6, 85 6.4.22-25.

[34] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος ΣΤ΄, σ. 166.

[35] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 6, 85 6.13.96-99.



*Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα εργασίας μου για τον ι. Χρυσόστομο, η οποία εκπονήθηκε στην Θεολογική Σχολή στα πλαίσια του μαθήματος της Ποιμαντικής.


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Μικρό εγκώμιο για το Πάσχα του καλοκαιριού...

.


-->
Ένα τρίχρονο κορίτσι ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά του Ναού. Ο Ζαχαρίας, ο αρχιερέας, καταλαβαίνει ποια είναι. Την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο άδυτο. Εκεί που, ακόμη κι αυτός, έμπαινε μια και μόνη φορά το χρόνο. Εκεί που φυλασσόταν η Κιβωτός της Διαθήκης.
Αυτή είναι η Γυναίκα που μετά από δώδεκα χρόνια θα πει το πιο καταφατικό «γένοιτο» που ειπώθηκε ποτέ στο Θεό. Είναι η Θεοτόκος, η Μάνα του Χριστού.
Είναι το αλατόμητο όρος, η κόρη των ψαλμών. Είναι η Χώρα του Αχωρήτου.

«Ἀληθινά , ἡ Παναγία εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ' ὄνομά της χαροποιεῖ τήν ψυχή. Ἀλλά κι' ὅλος ὁ οὐρανός κι' ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη της. Ἀξιοθαύμαστο κι' ἀκατανόητο πράγμα. Ζεῖ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τή δόξα τοῦ Θεοῦ , ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι' ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία της ὅλη τή γῆ κι' ὅλους τούς λαούς.»

Ὅσιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης


Η Παναγία δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας. Κοιμήθηκε μα μας παραστέκει. Μεσίτρια της Αγάπης… Μάνα του Γιού της και Υιού του Ανθρώπου. Είναι η Πλατυτέρα.
Οι Χριστιανοί όλου του κόσμου την τιμούν και της απευθύνονται.

Είναι η γυναίκα που για χάρη όλων άνοιξε πληγή πύρινη στα σωθικά της.
Σαν την δαμάλα, λέει ο Ρωμανός, ακολούθησε το αρνί το δικό της που το πήγαιναν για σφάξιμο. Η Κυρά του πόνου των ανθρώπων. Είναι η Παρηγορία.

Παναγιά μου Δέσποινα… Παναγιά μου πρόφταξε… απότρεψε το κακό… λένε όλες οι γυναίκες του κόσμου. Γι αυτούς που αγαπάμε. Για όλους τους ανθρώπους… Ξέρεις εσύ από πόνο. Ξέρεις.



Διαβάστε το Αφιέρωμα της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.




Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ- ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ & ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


Παρέχουν τις εγγυήσεις τα βιβλία των Θρησκευτικών του Λυκείου για την ανάπτυξη του Δημοκρατικού ήθους;






Εισαγωγή


Πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας για το αν πρέπει να διδάσκεται το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία και κατά πόσον η διδασκαλία τους αποτελεί παραβίαση της Ελευθερίας των μαθητών ή ακόμη και προσηλυτισμό. Στην πιθανότητα κατάργησης του, οι ίδιοι οι μαθητές δεν αντιδρούν έντονα. Παρά το ότι οι πνευματικές αναζητήσεις και οι αναφορές στο υπερβατικό, συχνά, τους αφορούν περισσότερο από ότι τους ενήλικες.

Αναλογίζομαι, πολλές φορές, τι είναι αυτό που φταίει; Μήπως κλονίστηκαν τα αξιολογικά κριτήρια με τα οποία αντιμετωπίζουμε το ίδιο το μάθημα;

Πρόσωπα ελεύθερα στην εν Χριστώ πίστη αλλά και μέλη της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, οι Χριστιανοί Έλληνες πολίτες, έχουμε ζυμωθεί τόσο με το Δημοκρατικό ήθος όσο και με το Δημοκρατικό πνεύμα διοίκησης της. Κάθε παραβίαση τους, ακόμη κι αν πρόσκαιρα «περνάει», δεν «χωνεύεται» διαχρονικά από την εκκλησιαστική συνείδηση γιατί δεν ανταποκρίνεται στην Αλήθεια. Πόσο μάλλον αν τέτοιες απόπειρες έχουν ως αντικείμενο τους νέους και γίνονται στα πλαίσια της εκπαίδευσης.


Τα Χρηστά ήθη αναφέρονται στις ισότιμες σχέσεις μας με τον άλλον-τον πλησίον. Στις σχέσεις αγάπης. ״αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. η αγάπη τω πλησίον κακόν ουκ εργάζεται. πλήρωμα ουν νόμου η αγάπη.״1.

Η Χριστιανική αγωγή όμως, στα πλαίσια της εκπαίδευσης, διαπλάθει ώριμες συνειδήσεις Δημοκρατικών πολιτών;

Η εργασία* που ακολουθεί δεν φιλοδοξεί να απαντήσει στο γενικότερο ερώτημα. Σκοπός της είναι να προσεγγίσει έναν από τους παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τα σχολικά εγχειρίδια και μάλιστα αυτά των τριών τάξεων του Λυκείου, ως προς μια περιοχή ανάπτυξης αυτή του Δημοκρατικού ήθους.

Αποτελείται από τρία κεφάλαια:
Στο 1ο κεφάλαιο:ορίζεται η έννοια του Δημοκρατικού ήθους.
Στο 2ο κεφάλαιο:μελετώνται τα σχολικά εγχειρίδια ως προς το περιεχόμενο και τον τρόπο έκθεσης του, καθώς και τις εγγυήσεις που αυτά παρέχουν για την ανάπτυξη του Δημοκρατικού ήθους.
Στο 3ο κεφάλαιο:παρουσιάζονται σημεία των σχολικών βιβλίων όπου, το περιεχόμενο και ο τρόπος έκθεσής του, έρχονται αντιμέτωπα με τη Δημοκρατική αγωγή. Ακολουθούν συμπεράσματα των οποίων την παρουσία έκρινα αναγκαία για την ολοκλήρωση της εργασίας.



1. Ρωμ. Ιγ΄, 9-10.


Κεφάλαιο 1ο

Ορίζοντας το Δημοκρατικό ήθος

Στην προσπάθεια ορισμού του Δημοκρατικού ήθους, δεν θα είναι άσκοπο να προσεγγίσουμε λεξικογραφικά τη σημασία των λέξεων Δημοκρατία, Δημοκράτης, Δημοκρατικός και ήθος έτσι όπως τα λήμματα αυτά βρίσκονται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη.
Ως Δημοκρατία ορίζεται: "πολίτευμα σύμφωνα με το οποίο η πολιτική εξουσία πηγάζει από το λαό και ασκείται προς όφελός του. Βασικές δε αρχές του αποτελούν, η ισονομία, η ισοπολιτεία, η κατοχύρωση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αρχή της πλειοψηφίας." 1.
Ως Δημοκράτης ορίζεται: "1. ο οπαδός του δημοκρατικού πολιτεύματος, αυτός που θεωρεί τη δημοκρατία ως το καλύτερο σύστημα πολιτικής διακυβέρνησης. 2. κατ’ επέκταση πρόσωπο που συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατίας, που υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, τη λήψη συλλογικών αποφάσεων, την αρχή της πλειοψηφίας."2

Δημοκρατικός είναι: αυτός που σχετίζεται με τη δημοκρατία και το δημοκράτη, αυτός που αρμόζει στις αρχές της δημοκρατίας."3. Ως επίθετο συνοδεύει ανθρώπινες εκφράσεις και δραστηριότητες, ανάμεσά τους και το "ήθος"3.


Στο λήμμα ήθος, βρίσκουμε τα εξής: "το σύνολο των ψυχικών στοιχείων που συναποτελούν τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου, όπως εκδηλώνεται στη συμπεριφορά του: πολιτικό / δημοκρατικό / ανθρωπιστικό."4.

״Ένας καλός ορισμός της δημοκρατίας״, γράφει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ״είναι: το καθεστός όπου η δημόσια σφαίρα είναι πράγματι δημόσια-ανήκει σε όλους και είναι πραγματικά ανοιχτή στη συμμετοχή όλων.״5. "Μπορούμε επομένως", συνεχίζει, "να ορίσουμε […] τη δημοκρατία ως το καθεστώς της κατά το δυνατόν ρητής και διαυγούς αυτοθέσμισης εκείνων των κοινωνικών θεσμών, οι οποίοι εξαρτώνται από τη ρητά συλλογική δραστηριότητα. […] η αυτοθέσμιση είναι μια δυναμική που δε σταματά, δεν επιδιώκει μια «τέλεια κοινωνία» (έκφραση χωρίς νόημα)αλλά μια κοινωνία όσο γίνεται πιο ελεύθερη και δίκαιη.״6. ״[…], έπεται ότι, σε μια δημοκρατία, η αυτονομία (η πραγματική ελευθερία) όλων είναι και πρέπει να είναι το βασικό μέλημα του καθενός, […]״.7.


1. Γ.Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Β΄έκδοση, Αθήνα 2002, σ.471.
2. Στο ίδιο, σ. 471.
3. Στο ίδιο, σ. 472.
4. Στο ίδιο, σ. 723.
5. Κ. Καστοριάδη, Η άνοδος της ασημαντότητας, ύψηλον/βιβλία, Αθήνα 2000, σ.271.
6. Στο ίδιο, σ. 267.
7. Στο ίδιο, σ. 269.



Για την θεμελίωση και τη διατήρηση του δημοκρατικού κράτους, του κράτους δικαίου, ο Καστοριάδης, θεωρεί βασική προϋπόθεση την δημιουργία δημοκρατικών πολιτών. ״ […], για να είναι τα άτομα ικανά να θέσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες σε λειτουργία σύμφωνα με το « πνεύμα» τους, θα πρέπει ένα σημαντικό μέρος της εργασίας της κοινωνίας και των θεσμών της να είναι στραμμένο προς την παραγωγή ατόμων που θα αντιστοιχούν σε αυτόν τον ορισμό, δηλαδή δημοκρατικών […] ανδρών και γυναικών. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία χωρίς δημοκρατική παιδεία. […]. Η δημοκρατική παιδεία δεν φυτρώνει σαν φυτό παρά πρέπει να αποτελεί κεντρικό αντικείμενο της πολιτικής μέριμνας."1. Στόχος βέβαια είναι η προώθηση και επίλυση ζητημάτων της που προστατεύουν «το κοινό καλό». ״Όμως τα ζητήματα που τίθενται στη δημόσια /δημόσια σφαίρα״, συνεχίζει, (στη νομοθεσία, στη διακυβέρνηση) δεν μπορούν ούτε καν να συζητηθούν, αν δεν υπάρχει μια άποψη για το κοινό καλό. Το κοινό καλό είναι ταυτόχρονα συνθήκη της ατομικής ευτυχίας και, πέρα απ’ αυτό, αφορά τα έργα και τα εγχειρήματα που η κοινωνία, ανεξάρτητα από την ευτυχία, θέλει να δει να υλοποιούνται.״2

Όχι μακριά από αυτό το πνεύμα, κινείται και η άποψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου ο οποίος θεωρεί ότι είναι η Δημοκρατία: ״το πολίτευμα των μορφωμένων λαών, των ηθικά και πολιτιστικά μορφωμένων. […]. Η δημοκρατία χρειάζεται παιδεία. […]. Χρειάζεται ήμερα ήθη, αντικειμενικές γνώσεις και σεβασμό της ελευθερίας του πλησίον.[…]. Το να μάθεις να είσαι πραγματικά ελεύθερος, ηθικά και πνευματικά αυτοδύναμος και αυτόνομος θέλει αληθινή παιδεία. Και μόνο τότε γίνεσαι αληθινός δημοκρατικός πολίτης. Ο αληθινός δημοκρατικός πολίτης δεν παρασύρεται από κενούς λόγους ούτε από την υποκρισία που εγκυμονεί κάθε ωραιολογία. Ο δημοκρατικός πολίτης είναι ο αντίποδας της μάζας, της αγέλης.״3.
Από τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως Δημοκρατικό: «Το ήθος εκείνο του ανθρώπου που τον οδηγεί να συμμετέχει στην θέσμιση του κράτους και στην κοινωνία πράττοντας με γνώμονα το κοινό συμφέρον-με σεβασμό στην ελευθερία, την ισότιμη συμμετοχή και την προσωπικότητα των άλλων-όντας ο ίδιος αυτοδύναμος και με αναπτυγμένη κριτική σκέψη.» Με άλλα λόγια αυτό που η συνταγματική εντολή ορίζει ως έναν από τους σκοπούς της παιδείας. Την αγωγή των Ελλήνων ״[…]και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.״4.

1. Στο ίδιο, σς. 276-277.
2. Στο ίδιο, σ. 285.
3. Κ. Τσάτσος, Δημοκρατία και Ευρώπη, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα 1982, σς. 34-36.
4. Συνταγμα της Ελλάδος, Αρθ. 16,2.






Κεφάλαιο 2ο

Δημοκρατικές αξίες και Χριστιανισμός στα σχολικά εγχειρίδια του Λυκείου

Στο προηγούμενο κεφάλαιο ορίστηκε το πώς η εργασία αυτή αντιλαμβάνεται το Δημοκρατικό ήθος. Ως προς αυτό τον ορισμό θα προσεγγισθούν τα βιβλία των τριών τάξεων του Λυκείου-περιεχόμενο και τρόπος έκθεσης των θεμάτων τους- και θα παρουσιασθούν εδώ, ενδεικτικά, εκείνα τα σημεία που θεωρήθηκε ότι το προάγουν. Σε ποια σημεία, δηλαδή, ενθαρρύνεται η συμμετοχή, καλλιεργείται η κριτική σκέψη και το αίσθημα ευθύνης, υποστηρίζεται η ισοτιμία, η αμοιβαιότητα, ο αλληλοσεβασμός και ελεύθερη συμπεριφορά όλων.

Πρώτος σταθμός αναφοράς, το βιβλίο της Α΄ Τάξης του Λυκείου: Ορθόδοξη Πίστη και λατρεία.
Στον Πρόλογο οι συγγραφείς-καταξιωμένοι Θεολόγοι και Πανεπιστημιακοί-αναφέρονται στην αξία του μαθήματος στην αμοιβαία εξάρτηση της εκκλησίας και των μελών της και την πρόσκληση του ίδιου του μαθήματος για να παρακολουθήσουν οι μαθητές τα τελούμενα. Σημαντικό ως προς την προαγωγή Δημοκρατικών αξιών μπορεί να θεωρηθεί το σημείο όπου, οι γράφοντες, υπαινίσσονται προσωπική ελευθερία επιλογών, ως εξής: ״Αν ανταποκριθούμε στην πρόσκληση θα μάθουμε πράγματα που θα ευφράνουν την καρδιά μας.״1. Ακόμη, στην εισαγωγή του βιβλίου, υπογραμμίζεται η ισοτιμία των επωνύμως Χριστιανών, ως μελών της εκκλησίας του Χριστού και η απαραίτητη ελευθερία έκφρασης.2

Στα σημεία εκείνα του πρώτου κεφαλαίου όπου παρουσιάζεται το απόσπασμα της συνομιλίας του Κυρίου με τη Σαμαρείτισσα3 και η «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση»4 δημιουργία του ανθρώπου, της Ενανθρωπήσεως5, δεν αξιοποιούνται όσο θα τους άξιζε-παρά μόνο θεολογικά-δεν αναδεικνύονται οι συμβολισμοί και το παράδειγμά τους (ως προς την κοινωνία με τους άλλους, με τους ξένους και κατ’ επέκταση με τον κατ’ εξοχήν Άλλο-το Θεό, ως προς την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ελεύθερης βούλησης και της λογικής, ως προς το σεβασμό του νόμου και την ενεργό συμμετοχή στη θέσμισή του) και δεν εντάσσονται σε μια σύγχρονη προσπάθεια κοινωνικής αγωγής του ανθρώπου.


1. Χ. Γκότσης-π. Γ. Μεταλληνός-Γ. Φίλιας, Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία, Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004,σ.7.
2. Στο ίδιο, σ. 9.
3. Στο ίδιο, σς. 16-17.
4. Στο ίδιο, σ. 31-32.
5. Στο ίδιο, σ. 45.



Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου και ειδικά στο σημείο που αναφέρεται στον κλήρο και το λαό, με τη χρήση των σύγχρονων κοινωνιολογικών όρων1 για την παρουσίαση του θέματος, γίνεται προσπάθεια μαρτυρίας της ενότητας και του διαλόγου ολοκλήρου του εκκλησιαστικού σώματος. Το ״βαθύτατο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο αλλά και για τον κόσμο״2, έτσι όπως γίνεται σαφές στο περιεχόμενο της Θείας Λειτουργίας, προβάλλεται στο 23ο μέρος του δευτέρου κεφαλαίου. Ενώ με την υπογράμμιση της οικουμενικής αξίας της μετάνοιας3 γίνεται-μικρή αλλά όχι ασήμαντη-αναφορά στην αξία του καθενός ξεχωριστά πλάσματος της δημιουργίας. Σημαντικό επίσης σημείο προβολής της ελεύθερης επιλογής και της συνευθύνης, είναι αυτό που αναφέρεται στο ζήτημα του ״πολιτικού γάμου״4, και στο θέμα που αφορά στη ״συνύπαρξη εξουσίας και διακονίας״5.

Παραδείγματα επισήμανσης μέρους των προβλημάτων και μιας ας το πούμε «αυτοκριτικής» αποτελούν ολόκληρο το 32ο 6 μέρος, το 33ο 7 και το 38ο 8 του δευτέρου κεφαλαίου.
Σημαντική, τέλος, θα μπορούσε να θεωρηθεί η παρουσία-στο σύνολο του βιβλίου-φωτογραφικού υλικού από την παγκόσμια δράση του Χριστιανισμού και η παρουσίαση ιερέων και πιστών από όλους τους λαούς του κόσμου χωρίς καμία προσπάθεια αρνητικής διάκρισης αλλά με διάθεση υπογράμμισης της καθολικότητας της Εκκλησίας του Χριστού.

Δεύτερος σταθμός το βιβλίο της Β΄ Τάξης του Λυκείου: Χριστιανισμός και Θρησκεύματα.
Στο βιβλίο αυτό υπάρχει ένας ״Πρόλογος״9 του οποίου η δομή και το περιεχόμενο συμβάλλουν παραδειγματικά σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Δημοκρατική αγωγή, όπως την περιγράφει το πρώτο κεφάλαιο της παρούσας εργασίας. Στο δεύτερο μέρος των εισαγωγικών θεμάτων γίνεται λόγος για την προσπάθεια χρήσης του θεού ״από απολυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα״10 . Μια θαυμάσια «ευκαιρία» αξιοποιούν οι συγγραφείς του βιβλίου, αυτή της αναφοράς στους ״Μακαρισμούς״11 και την κοινωνική στάση των πιστών.


1. Στο ίδιο, σς. 113-116.
2. Στο ίδιο, σ. 131.
3. Στο ίδιο, σ. 139.
4. Στο ίδιο, σ. 143.
5. Στο ίδιο, σς. 148-149.
6. Στο ίδιο, σς. 174-175.
7. Στο ίδιο, σς. 176-177.
8. Στο ίδιο, σς. 194-195.
9. Δ.Λ.Δρίτσα- Δ.Ν.Μόσχου- ΣΤΥΛ.Λ.Παπαλεξανδρόπουλου, Χριστιανισμός και Θρησκεύματα,Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σς. 6-7.
10. Στο ίδιο, σ. 21.
11. Στο ίδιο, σς. 48-53.



Θαυμάσια, επίσης, αξιοποιείται το κείμενο του Φ. Ντοστογιέφσκι1 από τους Αδελφούς Καραμαζώφ για τη διδασκαλία της αξίας της Ελευθερίας, καθώς επίσης τα κείμενα της Γενέσεως που αναφέρονται στη δημιουργία του ανθρώπου2 και όσα αφορούν στην ευθύνη3 του ανθρώπου απέναντι στο κακό. Το σημείο που αφορά στην ιστορική συνέχεια εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας και κάνει λόγο για την Παράδοση4, δεν αξιοποιείται ως προς την προβολή του Δημοκρατικού τρόπου λειτουργίας της που έχει ρίζες στην αρχαία Εκκλησία και θεσμοθετείται στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο5. Σημαντικά προβάλλονται, ως αυτονόητες πραγματικότητες, στην Εκκλησία του Χριστού, η δικαιοσύνη6, η αγάπη στο συνάνθρωπο7, η υπέρβαση των προκαταλήψεων8, ο πλουραλισμός9 κ.α. Είναι από τα καλύτερα αξιοποιημένα σημεία του βιβλίου, ως προς την ευαισθητοποίηση και αγωγή του νέου ανθρώπου και την ανάπτυξη του Δημοκρατικού του ήθους.

Στα προλεγόμενα του δευτέρου κεφαλαίου του βιβλίου το οποίο ασχολείται με τα άλλα μεγάλα Θρησκεύματα, οι συγγραφείς εκ των προτέρων, δηλώνουν την πρόθεσή τους για αντικειμενική προσέγγιση και σεβασμό. Αυτό το σημείο αποτελεί έμπρακτο παράδειγμα αποδοχής της διαφορετικότητας και καλλιέργειας της κριτικής σκέψης των μαθητών.
Η εμπιστοσύνη στις μεγάλες αξίες της πίστης μας και το Θεό, επιτρέπει στους συγγραφείς, του συγκεκριμένου κεφαλαίου, να παρουσιάσουν τα άλλα Θρησκεύματα ״ως προϊόντα της διαρκούς παρουσίας του Θεού στον κόσμο και την ιστορία״.10.

Στο σχολικό εγχειρίδιο που θα εξεταστεί τελευταίο και έχει τον τίτλο: Θέματα Χριστιανικής Ηθικής, έχουμε την δυνατότητα να δούμε τις συγγένειες Χριστιανικού και Δημοκρατικού ήθους, στα σημεία που αυτό αποτελεί στόχο των συγγραφέων.
Εξ αρχής το βιβλίο ξεκαθαρίζει ότι κάθε ηθικός προβληματισμός11και κάθε ηθική επιλογή ξεκινούν από την ανθρωπολογική12 θεώρηση των πραγμάτων που έχει ο καθένας μας.


1. Στο ίδιο, σς. 61-64. 2. Στο ίδιο, σς. 96-97. 3. Στο ίδιο, σ. 104. 4. Στο ίδιο, σς. 117-122. 5. Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, 6ος Κανών: ״κρατείτω η των πλειώνων ψήφος״. 6. Δ.Λ.Δρίτσα- Δ.Ν.Μόσχου- ΣΤΥΛ.Λ.Παπαλεξανδρόπουλου, Χριστιανισμός και Θρησκεύματα,Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σς. 139-145. 7. Στο ίδιο, σς. 147-153. 8. Στο ίδιο, σς. 155-160. 9. Στο ίδιο, σς. 161-166. 10. Στο ίδιο, σ. 220. 11. Μ.Π.Μπέγζος- Α.Ν.Παπαθανασίου, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής, Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σ.13. 12. Στο ίδιο, σ. 14.


Το σημείο αυτό αξιοποιείται ορθά για να δείξει ότι «είμαστε ότι είναι και οι ηθικές μας απόψεις». Δηλαδή θέτει τον άνθρωπο υπεύθυνο απέναντι στις επιλογές του. Η αναφορά στη Θεία Ευχαριστία ״ως υπόδειγμα ενός ήθους συνύπαρξης των ανθρώπων, πέρα από φύλο, φυλή, κοινωνική τάξη, ηλικία.״1. Αποτελεί ευθεία υπογράμμιση της συγγένειας με το Δημοκρατικό ήθος, χωρίς όμως να το κατονομάζει, σα να πρόκειται για κάτι που οι άνθρωποι δεν έχουν αποπειραθεί να βιώσουν εντός των κοινωνιών.

Στο σημείο αναφοράς στην έννοια της συνείδησης, υπάρχει ένα καλό παράδειγμα προσωπικής ευθύνης2-όταν αναπαράγουμε τη βία που μας επιβάλλουν τα βίαια καθεστώτα.


Στη συνέχεια του βιβλίου και σε πολλά σημεία, ενώ υπάρχει δυνατότητα «μετάφρασης» των καρπών του Χριστιανικού ήθους σε καρπούς του πολιτικού ήθους (με την έννοια του ήθους του πολίτη), αυτό δεν γίνεται. Για παράδειγμα στις αιτίες εκδήλωσης της ηθικής συνείδησης3, την ερμηνεία της λέξης «συγχώρηση» ή ״τις βαθμίδες της ηθικής ωριμότητας״4.


Αντίθετα, το μέρος εκείνο του βιβλίου που αναφέρεται στην ״Ελευθερία του ανθρώπου στις επιλογές και τις πράξεις του״ 5, υποδειγματικά συνδέεται η εν Χριστώ ζωή με τον δημόσιο βίο και την υποχρέωση υπεράσπισης της προσωπικής ελευθερίας από κάθε καθεστώς που την επιβουλεύεται.
Οι συγγραφείς επίσης προχωρούν σε μια τίμια κριτική των περιπτώσεων φαλκιδεύσεως του Χριστιανισμού για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Ακόμη υποδειγματικά με συνειδητό στόχο, εκτός των άλλων, την προαγωγή του Δημοκρατικού ήθους και με «σύγχρονη» προσέγγιση, παρουσιάζονται οι εξτρεμιστές της Ελευθερίας και η αντιμετώπιση που έχουν προς τους ανθρώπους του περιθωρίου6, το κοινωνικό πρόβλημα7, το όραμα της Ειρήνης8, η ιδέα του υπερανθρώπου9, η βιολογική διάσταση στη ζωή του ανθρώπου-ολόκληρο δηλαδή το τρίτο κεφάλαιο10 αλλά και το τέταρτο11 κ.α.



1. Σο ίδιο, σ.22.
2. Στο ίδιο, σ. 28.
3. Στο ίδιο, σ. 26.
4. Στο ίδιο, σς. 37-39.
5. Στο ίδιο, σς. 42-49.
6. Στο ίδιο, σς. 50-56.
7. Στο ίδιο, σς. 58-65.
8. Στο ίδιο, σς. 66-71.
9. Στο ίδιο, σς. 73-78.
10. Στο ίδιο, σς. 79-100.
11. Στο ίδιο, σς. 101-136.



Κεφάλαιο 3ο

Η Χριστιανική αγωγή αντιμέτωπη με το Δημοκρατικό ήθος στα σχολικά εγχειρίδια του Λυκείου

Από το περιεχόμενο τους, η Χριστιανική διδασκαλία και πίστη, καλούνται να προάγουν ιδανικά όπως της Ελευθερίας, του αυτεξούσιου, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κ.α. Το ανθρώπινο πρόσωπο, τεκμήριο της αγάπης του Θεού και οι ανθρώπινες σχέσεις επί τη βάσει του σχεσιακού προτύπου της Αγίας Τριάδας, οδηγούν τις επιλογές του Χριστιανού και τις διδασκαλίες της Χριστιανικής αγωγής και ηθικής.

Είναι φυσικό, λοιπόν, η παρούσα εργασία να μην συναντά σημεία του περιεχομένου της πίστης μας που να αντιβαίνουν το Δημοκρατικό ήθος. Συχνότερα συνάντησε σημεία που δεν αξιοποιούνται προς αυτή την κατεύθυνση και τα οποία αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο.
Ελάχιστες φορές-τις οποίες θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια-καταφέραμε να επισημάνουμε σημεία που αντιβαίνουν το Δημοκρατικό ήθος, ως προς τον τρόπο παρουσίασης του περιεχομένου ή προς το ίδιο το περιεχόμενο.

Στο εγχειρίδιο της Α΄ Τάξης, στον πρόλογο, συναντάμε μια προσπάθεια των συγγραφέων να προκαταλάβουν τα συναισθήματα που προκλήθηκαν στους μαθητές από τη διδασκαλία του μαθήματος την προηγούμενη χρονιά με την εξής φράση: ״χάρηκες το πάνσοφο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου״1.

Στο ζήτημα του νηπιοβαπτισμού2, παρουσιάζεται μια άποψη υπέρ του θέματος χωρίς να παρουσιάζεται καμία άλλη και μάλιστα, από τον τρόπο που τίθενται τα ερωτήματα, φαίνεται ότι οι συγγραφείς συνηγορούν υπέρ του νηπιοβαπτισμού.
Σχεδόν το ίδιο συμβαίνει με το ζήτημα της λειτουργικής γλώσσας, προκαταλαμβάνονται οι απόψεις που θα μπορούσαν να εκφραστούν με τη φράση: ״Αυτό ισχύει ως σήμερα, ως η καλυτέρα λύση.״3.

Στο εγχειρίδιο της Β΄ Τάξης, στο επιμέρους που αναφέρεται στα ״ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας״4, δεν γίνεται παρουσίαση των διαφορών των άλλων ομολογιών αλλά εκτίθενται σε αντιδιαστολή με τα θετικά της δικής μας πίστης. Αυτό ευθέως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδεολογικός διαποτισμός5, δηλαδή ως μία γνήσια αντιπαιδαγωγική πράξη.



1. Χ. Γκότσης-π. Γ. Μεταλληνός-Γ. Φίλιας, Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία, Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σ. 7.
2. Στο ίδιο, σ. 123.
3. Στο ίδιο, σ. 169.
4. Δ.Λ.Δρίτσα- Δ.Ν.Μόσχου- Στυλ.Λ.Παπαλεξανδρόπουλου, Χριστιανισμός και Θρησκεύματα,Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σς. 108-110.
5. Εμμανουήλ Π. Περσελή, Χριστιανική Αγωγή και Σύγχρονος Κόσμος, Αρμός, Αθήνα, 1994, σς. 132-134.



Υπάρχει ένα σημείο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αμφιλεγόμενο και αναφέρεται στο μέρος του βιβλίου που ασχολείται με τα ״Σύγχρονα προβλήματα πολιτικής λειτουργίας״ . Συγκεκριμένα αφορά στους αντιρρησίες συνείδησης και έχει ως εξής: ״Επομένως και χωρίς νόημα και ουτοπικό είναι να περιμένει κανείς με την άρνηση στράτευσης να απαλλαγεί από την ευθύνη για την ύπαρξη στρατού.״1. Το βιβλίο εδώ κρίνει μια συνειδησιακή επιλογή-και δεν έχει τέτοιες αρμοδιότητες-εκφράζεται απαξιωτικά και ακυρωτικά. Εν τέλει αντιδημοκρατικά.

Τα σημεία του βιβλίου που αναφέρονται στο φανατισμό και την ανεξιθρησκία στην Ελλάδα2, παρουσιάζονται με ιστορική μονομέρεια-αφού δεν γίνεται καμία αναφορά σε διώξεις που εξαπέλυσε η ίδια η Ορθοδοξία ή στην αληθινή σημερινή πραγματικότητα3.

Τέλος στο σημείο που αναφέρεται στην κριτική κατά του Χριστιανισμού4, εμφανώς το βιβλίο αποδίδει κάθε κριτική σε σκοπιμότητα, αντιστράτευση ή άλλη προκατάληψη, χωρίς να γίνεται προσπάθεια έστω και ελάχιστης ειλικρινούς αυτοκριτικής. Όχι ότι θα όφειλε ένα βιβλίο να κάνει κάτι τέτοιο, απλά θα μπορούσε να μην απαντά, υποκρύπτοντας το γνωστό «σύνδρομο αδικίας και καταδίωξης», σε ένα θέμα που το ίδιο θέτει.


Στο εγχειρίδιο της Γ΄ Τάξης δεν απαντήθηκαν σημεία τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, με οποιοδήποτε τρόπο, έρχονται αντιμέτωπα με το Δημοκρατικό ήθος.



1. Δ.Λ.Δρίτσα- Δ.Ν.Μόσχου- ΣΤΥΛ.Λ.Παπαλεξανδρόπουλου, Χριστιανισμός και Θρησκεύματα,Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σ. 170.
2. Στο ίδιο, σς. 173-179.
3. Α.Β.Νικολαίδης, Ετερόδοξοι και Ορθόδοξοι, Γρηγόρης, Αθήνα 2004, σς. 240-256.
4. Δ.Λ.Δρίτσα- Δ.Ν.Μόσχου- ΣΤΥΛ.Λ.Παπαλεξανδρόπουλου, Χριστιανισμός και Θρησκεύματα,Ο.Ε.Δ.Β, Αθήνα 2004, σς. 181-186.





Συμπεράσματα

Όπως έγινε φανερό από τα προηγούμενα κεφάλαια, τα σχολικά εγχειρίδια του μαθήματος των θρησκευτικών, δεν συγγράφονται με σκοπό να προάγουν το Δημοκρατικό ήθος. Άλλοι είναι οι στόχοι τους-οι οποίοι τίθενται από την πολιτεία, μέσω του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου-και αναφέρονται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα1. Είναι ωστόσο αυτονόητο ότι, τα εγχειρίδια αυτά, είναι κομμάτι του συνολικού εκπαιδευτικού σχεδιασμού και θα έπρεπε να περιλαμβάνουν συνειδητά στους βασικούς τους στόχους την προαγωγή ενός τέτοιου ήθους αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτό αποτελεί μια από τις συνταγματικές επιδιώξεις της εκπαίδευσης.

Εξαιτίας της ουσίας της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης και όχι λόγω σχεδιασμού τις περισσότερες φορές, λοιπόν, το περιεχόμενο των εγχειριδίων προβάλλει και υπερασπίζεται αξίες όπως η ελευθερία της βούλησης, της έκφρασης και των επιλογών, η ισότητα και η ισοτιμία, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη κ.α.


Οι συγγραφείς τους σε αρκετά σημεία ανέδειξαν το κοινωνικό μήνυμα του Ευαγγελίου με θαυμάσιο τρόπο παρ’ ότι δεν αξιοποίησαν προς την κατεύθυνση αυτή κάθε δυνατότητα.
Στα σημεία εκείνα όπου γίνεται θρησκειολογική αναφορά στις μεγάλες Θρησκείες του κόσμου, κυριαρχεί νηφαλιότητα και μεσότητα. Αυτό ακριβώς ήταν η συνειδητή προσπάθεια των συγγραφέων και το ξεκαθαρίζουν όπως αναφέραμε. Πράγμα που δείχνει ότι, συνήθως, δεν χάνουν οι συγγραφείς το στόχο, η πολιτεία γενικά και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ειδικά δεν τον θέτουν.

Αντίθετα, τα βιβλία εμφανώς σπεύδουν να προκαταλάβουν τον μαθητή και να του διαμορφώσουν την άποψη απέναντι στις άλλες Χριστιανικές ομολογίες.


Σε σημεία που ο Χριστιανισμός έχει υποστεί ή υπόκειται κριτική-εξ αιτίας των, τουλάχιστον ατυχών αν όχι και απαράδεκτων, στάσεων όχι μόνο απλών μελών αλλά και επισήμων εκπροσώπων του- τα κείμενα και στα τρία βιβλία διακατέχονται από το άγχος του: «Οι Ορθόδοξοι έχουμε πάντα δίκιο» ή «Ναι, αλλά δεν κάνουμε δημόσια αποδεκτά τα όποια λάθη μας» και, τέλος πάντων, «Να είστε βέβαιοι, ότι όσοι μας κριτικάρουν είναι άθεοι και υλιστές ή αγνοούν το περιεχόμενο της πίστης μας ή είναι προκατειλημμένοι.».


Αυτή η στάση, ως περιεχόμενο ενός σχολικού βιβλίου, δεν υπερασπίζεται έμπρακτα όσα θεωρητικά έχει διακηρύξει. Δεν διδάσκει δηλαδή στην πράξη το σεβασμό στην πολυφωνία και την αλήθεια και κινδυνεύει να κατηγορηθεί για δογματικό διαποτισμό2 και μονομέρεια.


1. Ευαγγελία Τσαγκαρλή Διαμάντη, Το Αναλυτικό Πρόγραμμα και οι διδακτικές-μαθησιακές διαδικασίες, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ,σ. 231.
2. Εμμανουήλ Π. Περσελή, Χριστιανική Αγωγή και Σύγχρονος Κόσμος, Αρμός, Αθήνα, 1994, σ. 49.





*Η παρούσα εγρασία εκπονήθηκε από την Ελένη Λ, στα πλαίσια του μαθήματος "Θεωρία και Πράξη της Χριστιανικής Αγωγής", στο τμήμα της Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α τον Ιανουάριο του 2007.