Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

ΜΑΡΙΑ


12-12-2007

Σ’ ανάστησα για μια στιγμή μέσα μου.
Άσε με να στο πω.
Άσε με να ξεπλυθώ στα δάκρυά Σου.
Να βαφτώ λευκή στο αίμα Σου.
Δεν είμαι λουλούδι ούτε καρπός, δεν είμαι πέτρα ούτε άυλο σχήμα, δεν είμαι ιδέα.
Είμαι τα γόνατα που αντιστάθηκαν στην πτώση.
Είμαι η άνοιξη που δεν φοβήθηκε την Άνοιξη.
Είμαι το Γένοιτο.
Είμαι η Μάνα Σου. Είμαι όσα θέλησες Εσύ.
Πώς τολμώ να λέω αυτό που τα μάτια μου κλαίνε;
Πώς τολμώ να ξεπλένω τις λέξεις στη σκέψη Σου;
Είμαι ένα κομμάτι από τη σάρκα Σου καυτό, γι’ αυτό τολμώ.
Είμαι μια σταγόνα από το αίμα Σου λαμπρή και εξαίσια.
Είμαι τ’ όνομά Σου ψιθυρισμένο σε επίκληση.
Είμαι όσα θέλησες Εσύ.

Σε κοίταζα τότε στο γάμο.
Πόσο θα καμάρωνε μια μάνα να σ’ έχει Γιο;
Όλοι περίμεναν από σένα κι ακόμη δεν ήξεραν γιατί.
Εγώ ήξερα.
Ήξερε κι ο πατέρας σου.
Ο γλυκός μου, ο πράος, ο ευλογημένος.
Τριάντα χρόνια και δεν είχε βγάλει άχνα.
Δεν γόγγυξε ούτε μια στιγμή.
Δεν βαρυγκώμησε.  
Ούτε στο μακρύ μας ταξίδι, στις ταλαιπωρίες και τα σχόλια έκανε ποτέ πίσω.
Μακάριος.
Κι ο αδερφός σου, τα έβαλε με τα θεριά για Σένα.
Οι ηλιοκαμένες πολιτείες αντιλάλησαν απ’ τις φωνές του…
Και οι άλλοι, οι Φίλοι Σου
Κι εκείνα τα Παιδιά, τα βυζανιάρικα, που τραγουδούσαν στο πέρασμά Σου
Και οι Κοπέλες  
Ήξεραν.
Μόνο εκείνοι… η πονηρή και δόλια γενιά.
Εκείνοι ταράζουν τώρα την καρδιά μου, σφάζουν τα σωθικά μου, σε χλευάζουν, σε μαστιγώνουν…
Διψώ, φωνάζεις καλέ μου.
Εσύ, που πλούτισες τον Ουρανό με σύννεφα.
Εσύ διψάς και στερεύουν τα δάκρυα.
Εσύ, του Κόσμου τα στερνά.
Εσύ, το Φως του Κόσμου.
Γιε της σιγής και Γιε μου.

Στέκονται όλοι μαζεμένοι γύρω μου.
Νοιώθω σα βάρκα τσακισμένη στο πέλαγο.
Μη σκορπίσουμε μόνο, μη σκορπίσουμε.
Αυτό με νοιάζει.




Ο πίνακας είναι της ρωσίδας ναϊφ εικαστικού Έλενας Τσερκάσοβα