Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Η προσωπικότητα και οι προϋποθέσεις του ποιμένα σύμφωνα με τους Περί Ιερωσύνης λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.*



Η ποιμαντική Πραγματεία, Περί Ιερωσύνης, «αποσκοπεί στην περιγραφή του μεγαλείου της Ιερωσύνης και στον καθορισμό των αρετών και προσόντων, που πρέπει να κοσμούν τον πνευματικό ποιμένα.»[1]. Οικοδομείται πάνω στα ιδεατά προσόντα του Βασιλείου, τα οποία πρέπει να διαθέτουν εν γένει οι κληρικοί και ο επίσκοπος ειδικότερα και στις υποτιθέμενες αδυναμίες του Χρυσοστόμου, οι οποίες οριοθετούν τους λόγους αποκλεισμού των αναξίων από τις τάξεις του ιερατείου.

Όπως συνομολογούν οι μελετητές, «η προβαλλόμενη εμμονή του Χρυσοστόμου στην άρνησή του να αποδεχτεί το επισκοπικό αξίωμα, διότι περί αυτού πρόκειται τελικά, αποβλέπει στην κατάδειξη των μεγάλων ευθυνών της ιερατικής εν γένει διακονίας και στην αποτροπή από την είσοδο στις τάξεις του κλήρου αναξίων λειτουργών.»[2].

Το έργο του αυτό, «μεγάλης θεολογικής και φιλολογικής αξίας, το σπουδαιότερο στο είδος του σε όλη την εκκλησιαστική γραμματεία»[3], με θαυμάσια επιχειρηματολογία και βαθμιαία νοηματική άνοδο, όσο αφορά στη δομή του, χαρακτηρίζεται, ως προς το περιεχόμενο, ως μια σειρά παραινετικών και ελεγκτικών λόγων προς τους ιερείς. Ακριβώς επειδή «στη σωτηρία των πιστών το ιερατείο έχει μέγιστη ευθύνη έναντι του Θεού, ο Χρυσόστομος οριοθετεί […] τα πλαίσια της υπεύθυνης ιερατικής διακονίας. Η σωτηριολογική αποστολή της Εκκλησίας προσδιόριζε και τη στάση του έναντι των κληρικών εκείνων οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στο ύψος και την ευθύνη του αξιώματός τους.»[4].

Οι Περί Ιερωσύνης λόγοι αποτελούν ένα από τα πιο διαδεδομένα έργα του ι. Πατέρα, το οποίο είχε μεγάλη επίδραση στην Εκκλησία και έφτασε να θεωρείται από πολλούς ως απαραίτητο εφόδιο των μελλόντων να ιερωθούν και λόγος αποτρεπτικός «των μανιωδών εραστών του επισκοπικού αξιώματος»[5].

Είναι έξι τον αριθμό, γραμμένοι σε μορφή διαλόγου, στα πρότυπα των Πλατωνικών και σίγουρα έχουν δεχτεί, στη δομή και το ύφος, την επίδραση του ‘’Απολογητικού της εις τον Πόντον φυγής’’ του Γρηγορίου του Θεολόγου.


[1] Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, σ. 94 εξ.

[2] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή Βασίλειος Χρ. Καραγιώργος, σ. 9.

[3] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, σ. 150 εξ.

[4] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγιώργος, Σειρά: Η φωνή των Πατέρων μας, Αποστολική Διακονία, Έκδοση β΄, Αθήνα 2004, Εισαγωγή, σ. 8.

[5] Βαρβάρας Γιαννακοπούλου, σ. 94.




.... [...]

Στον πρώτο λόγο, ο ι. Χρυσόστομος, πριν ακόμη μιλήσει για το ποιος πρέπει και ποιος δεν πρέπει να είναι ο ποιμένας, παραδίδει μαθήματα ποιμαντικής πρακτικής, παραλληλίζοντας τις μεθόδους των θεραπόντων των σωματικών και των ψυχικών νοσημάτων με τις μεθόδους που εφήρμοσε «και ο μακάριος Παύλος»[1]. Ήδη, από τόσο νωρίς, ονομάζει τις μεθόδους ‘’φάρμακα’’ και εξαρτά τον χαρακτηρισμό των πράξεων από τις προθέσεις.

Στην ερώτηση του Βασιλείου: και ποιο το κέρδος από το, στην προκειμένη περίπτωση, ‘’φάρμακο’’ της απάτης[2]; Έρχεται η πρώτη μεγαλειώδης ρήση του αγίου. «Ότι μέγιστον η ιερωσύνη τεκμήριον της εις τον Χριστόν αγάπης.»[3].

Πάντα με παράδειγμα τον διάλογο του Ιησού με τον Πέτρο, ο Χρυσόστομος εξάρει την αξία της υπηρεσίας της ποίμνης έναντι όποιας άλλης διακονίας. «Καίτοι δε θα μπορούσε να πει προς αυτόν, αν με αγαπάς, νήστευε, κοιμήσου χάμω στη γη, κάμε συχνές αγρυπνίες, υπεράσπιζε τους αδικούμενους, γίνε πατέρας των ορφανών παιδιών και σύζυγος της μητέρας αυτών, όμως, αντί αυτών τι λέγει; Ποίμανε τα πρόβατά μου.»[4].

Αγάπη και θυσία, τα πρώτα υποδειγματικά λόγια του μεγάλου ιερέα. Απόδειξη αγάπης για τον Χριστό η διαποίμανση του ποιμνίου Του, όπως ακριβώς υπέδειξε ο Κύριος στον Πέτρο, στο πρότυπο της θυσίας του Αρχιποίμενος και Αρχιερέως ο οποίος παραδόθηκε εκ του Πατρός, «ίνα τους εχθρωδώς προς αυτόν διακείμενους εαυτώ καταλλάξη και ποιήση λαόν περιούσιον. Δια τι και το αίμα εξέχεεν; Ίνα τα πρόβατα κτήσηται ταύτα α τω Πέτρω και τοις μετ’ εκείνον ενεχείριζεν.»[5].

Ο ιερέας, ο έχων την Αποστολική διαδοχή, δια του μυστηρίου της Ιερωσύνης παραλαμβάνει το προνόμιο Αγάπης και Θυσίας. Είναι ‘’ο πιστός και φρόνιμος δούλος’’, ο οποίος προικίστηκε με «το σπάνιο των προσόντων αυτών και το μέγεθος της εξουσίας»[6] και του οποίου το έπαθλο θα είναι να τον καταστήσει διαχειριστή «Επί πάσι τοίς υπάρχουσιν αυτού»[7].

Ο άγιος, «Αναλογιζόμενος το ύψος και το μεγαλείο της Ιερωσύνης και τη σπουδαιότητα της ποιμαντικής διακονίας διερωτάται, ποιος πρέπει να είναι ο άνθρωπος, που πρεσβεύει όχι μόνον υπέρ μιας πόλεως αλλ’ υπέρ πάσης της οικουμένης»[8].

Ορίζει ποιοι αποκλείονται και ποιοι θα πρέπει να προτιμηθούν προκειμένου περί της διακυβερνήσεως της Εκκλησίας και της επιμέλειας τόσων πολλών ψυχών. Τόσο η γυναικεία φύση, εξαιτίας του μεγέθους της εξουσίας, όσο και οι περισσότεροι άνδρες πρέπει να υποχωρήσουν μπροστά σε αυτή την ευθύνη γιατί τα σφάλματα των ποιμένων πληρώνονται με την απώλεια της ψυχής τους.

«Ο δε ανθρώπους πιστευθείς, το λογικόν του Χριστού ποίμνιον, πρώτον μεν ουκ εις χρήματα, αλλ’ εις την εαυτού ψυχήν την ζημίαν υφίσταται υπέρ της των προβάτων απωλείας.»[9].

Κοντά σ’ αυτή την διαπίστωση εισηγείται, ο άγιος Πατέρας, το χάρισμα της ποιμαντικής διακρίσεως. Πάντα στα βήματα του Παύλου, συνιστά στον ποιμένα «ου βιαζόμενον, αλλά πείθοντα δει ποιείν αμείνω τον τοιούτον.»[10], διότι, οι έχοντες πνευματική πατρότητα, δεν κυριεύουμε την πίστη σας, άλλα είμαστε συνεργοί στη χαρά σας.[11]

Αναπτύσσοντας στη συνέχεια τις δυσκολίες και τους κινδύνους της ιερατικής διακονίας, καθιστά σαφές το πλήθος των αρετών τις ποίες πρέπει να έχει ο ποιμένας για να επιτελέσει το έργο της σύναξης των προβάτων υπό τον Έναν Ποιμένα Χριστό.

Πρέπει να διαθέτει παραινετικό λόγο που όμως να κόβει σαν το σίδερο, φρόνηση και μύριους οφθαλμούς. Να διερευνά με ακρίβεια, να επιχειρεί ήρεμη και σταδιακή θεραπεία, να επιδεικνύει καρτερικότητα και υπομονή, να επιτυγχάνει τον στόχο του με την πειθώ.

Πάνω από την γενναιοψυχία, ο Χρυσόστομος, τοποθετεί την πίστη και την προσευχή. Διότι, ως συνεργός στο έργο του Θεού, ο ποιμένας δεν είναι μόνος. Πρέπει να αναπέμπει την προσευχή του ‘’συνεχώς’’ γιατί ο Κύριος γνωρίζει πότε θα καλέσει τον καθένα. «Γενναίας ουν δει ψυχής ίνα μη περικακή, ίνα μη απογινώσκη την των πλανωμένων σωτηρίαν, ίνα συνεχώς εκείνο και λογίζηται και λέγη: ‘’Μήποτε δω αυτοίς ο Θεός επίγνωσιν αληθείας και ανανήψωσιν εκ της του διαβόλου παγίδος.’’»[12].

Μεγάλο μέρος του δευτέρου λόγου φανερώνει το μέγεθος της ταπείνωσης του μέλλοντος να ιερωθεί και την συναίσθηση της ευθύνης του μεγάλου έργου, προϋποθέσεις οι οποίες ωθούν τον Βασίλειο και τον Ιωάννη να αποφεύγουν την χειροτονία τους και να υπογραμμίζουν την αδυναμία τους.

Ο Χρυσόστομος, τονίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις που έθεσε ο Παύλος. Την έξωθεν καλή μαρτυρία και το θετικό αποτέλεσμα της ακριβούς και λεπτολόγου έρευνας αυτών που έχουν την ευθύνη επιλογής των ιερέων.

Ο ίδιος αιτιολογεί την συναίνεσή του προς την χειροτονία του φίλου του, επειδή είδε γερά ριζωμένο στην ψυχή του Βασιλείου, «το ανώτερο όλων των χαρισμάτων»[13], την αγάπη. Μιμητής Χριστού ο ποιμένας, οφείλει να πληροί τους όρους της τέλειας αγάπης, να θυσιάζει και την ψυχή του υπέρ των φίλων.

Απόδειξη αγάπης προς τον Χριστό μπορεί να είναι, κατά τον άγιο Πατέρα, και η αποδοχή και η άρνηση της Ιερωσύνης. Διότι ο αρνούμενος μπορεί να κινείται από ευγενή κίνητρα, δηλαδή να προστατέψει τους εκλέξαντες αυτόν από την κατακραυγή του κόσμου-εφόσον η επιλογή τους θα ήταν άστοχη-και να προστατέψει την Εκκλησία από ένα πρόσωπο νεαρό και άπειρο που καταναλώθηκε στις θύραθεν μελέτες χωρίς να αποκτήσει εκκλησιαστική εμπειρία, χωρίς τον πόνο και τον μόχθο της εκκλησιαστικής διακονίας. Βέβαια δεν θα πρέπει να συγχέουμε τους νέους με τους νεόφυτους. Η σύνεση και όχι μόνον η ηλικία είναι προϋπόθεση της ιερατικής διακονίας. «ουδέ τον νέον απείργειν της τοιαύτης διακονίας, αλλά τον νεόφυτον,»[14].

Η Ιερωσύνη, κατά τον Χρυσόστομο, «ανωτέρω βασιλείας έστηκεν»[15], τόσο ανώτερη όσο και το πνεύμα είναι από την σάρκα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρήσει κάτι μεγαλύτερο από την τιμή να ανέλθει στο ιερατικό αξίωμα. «ασκείται μεν επί της γης, αλλά ανήκει στην τάξη των επουρανίων ταγμάτων. […] την καθίδρυσε […] ο ίδιος ο Παράκλητος,»[16]. Για τούτο ο ιερέας πρέπει να είναι καθαρός, σα να βρίσκεται ανάμεσα στις επουράνιες δυνάμεις. Αφού ο ιερέας «στέκεται στο θυσιαστήριο και κατεβάζει στη γη όχι φωτιά, αλλά το Άγιο Πνεύμα,»[17] και του έχει παραχωρηθεί εξουσία ‘’του δεσμείν και λύειν’’ επί της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι οι ιερείς μοιάζουν να έχουν υπερβεί την ανθρώπινη φύση, «απαλλαγέντες από τα δικά τους πάθη»[18]. Είναι διάκονοι των μεγαλυτέρων δωρεών του Θεού, «γεννούν ανθρώπους στην αιώνια βασιλεία»,[19] και έχουν ανάγκη τόσο προσωπικής όσο και επουράνιας δυνάμεως.

Στα βήματα του Παύλου, πρόθυμος, εργατικός, πλήρης χάριτος και παρ’ όλα αυτά έμπλεος φόβου, ο ιερέας. Στην καθημερινή ζωή πιστός στην τήρηση των Θείων εντολών, αγωνιζόμενος όχι μόνο για την δική του προκοπή αλλά και των πνευματικών του τέκνων.

«Πρέπει να έχει πολλή σύνεση, […] πρέπει να λαμβάνει τη χάρη του Θεού και να διαθέτη ορθότητα στη συμπεριφορά, καθαρότητα βίου, καθώς και αρετή περισσότερη απ’ ότι πρέπει στους ανθρώπους,»[20], να αποφεύγει το σκόπελο της κενοδοξίας, την ραθυμία, να χρησιμοποιεί ορθά τις Θείες δωρεές.

Οι περισσότεροι προτιμούν φίλους να αναρριχώνται στον επισκοπικό θρόνο ή συγγενείς ή αυτούς που τους κολακεύουν ή που με τα χρήματά τους εξαγοράζουν την εύνοια. Και είναι τέτοια η κατάντια όσα και τα θηρία που κατοικούν στον σκόπελο της κενοδοξίας των διακαώς επιθυμούντων να ιερωθούν. «Θυμός, αθυμία, φθόνος, έρις, διαβολαί, κατηγορίαι, ψεύδος, υπόκρισις, επιβουλαί, οργαί κατά των ηδικούντων ουδέν, ηδοναί επί ταις των συλλειτουργούντων ασχημοσύναις, πένθος επί ταις ευημερίαις, επαίνων έρως, τιμής πόθος-τούτο δη το μάλιστα πάντων την ανθρωπείαν εκτραχηλίζον ψυχήν-, διδασκαλίαι προς ηδονήν, ανελεύθεροι κολακείαι, θωπείαι αγεννείς, καταφρονήσεις πενήτων, θεραπείαι πλουσίων, αλόγιστοι τιμαί και επιβλαβείς χάρητες, κίνδυνον φέρουσαι και τις παρέχουσι και τις δεχομένοις αυτάς, φόβος δουλοπρεπής και τοις φαυλοτάτοις των ανδραπόδων προσήκων μόνοις, παρρησίας αναίρεσις, ταπεινοφροσύνης το μεν σχήμα πολύ, η αλήθεια δε ουδαμού, έλεγχοι δε εκποδών και επιτιμήσεις, μάλλον δε κατά μεν των ταπεινών και πέρα του μέτρου, επί δε των δυναστείαν περιβεβλημένων ουδέ διάραί τις τα χείλη τολμά.»[21].

Για τούτο πρέπει, πάνω απ’ όλα, ο ιερέας να προσέχει και «να διατηρή δηλαδή με κάθε τρόπο την ψυχή του καθαρή από την επιθυμία να αναλάβη το αξίωμα αυτό.»[22]. Να είναι νηφάλιος και διορατικός. Να έχει ψυχή ανδρεία και ισχυρότατη. Να συγκρατεί την οργή του. «πρέπει το κάλλος της ψυχής του ιερωμένου να λάμπει παντού για να ευφραίνει και ταυτόχρονα να μπορεί να φωτίζει τις ψυχές των ορώντων.»[23].

Ο επίσκοπος, κατά τον άγιο Πατέρα, πρέπει «να οχυρώσει την άμυνά του με αδαμάντινα όπλα, με συντονισμένες ενέργειες, με συνεχή καθαρότητα βίου και να προσέχει παντού,»[24].

Δεν επιτρέπεται ούτε ένα μικρό μέρος της ψυχής του να είναι σαθρό, οι αρμοί του βίου του να είναι παντού καλά συνδεδεμένοι, διότι έχει εχθρούς πολλούς. Πολλοί ορέγονται την επισκοπή του και χρειάζεται πολλή ευλάβεια για να αντεπεξέλθει κανείς.

Δεν αρκούν τα ανθρώπινα κριτήρια για να βεβαιωθεί κάποιος ότι είναι ικανός για τούτο τον πόλεμο και τη μάχη την «ποικίλην και πολυειδή»[25] έναντι των φθονούντων τον κατέχοντα επισκοπική εξουσία.

Η επιθυμία της φιλαρχίας πρέπει να εκβάλλεται από την ψυχή του ιερέα. «Αυτόν δε τον πόθο πρέπει κανείς με πολύ επιμονή να εξωθή από την ψυχή του και να μη επιτρέψη την κατάληψή της από αυτόν, ώστε να είναι σε θέση να ενεργή πάντοτε με ελευθερία.»[26].

Πρέπει να είναι «συνάμα σεμνός και ταπεινόφρων, φοβερός και προσηνής, αυταρχικός και κοινωνικός, αδέκαστος και επιεικής, ταπεινός και αξιοπρεπής, οξύς και ήμερος […] να χρησιμοποιεί με πυγμή την εξουσία του […] να αποβλέπει σε ένα και μόνο, στην εκκλησιαστική οικοδομή και να αποφεύγει να πράττει κάτι με γνώμονα είτε την απέχθεια είτε την ευμένεια.»[27].

Και βέβαια, εκτός από τα προσόντα και τον χαρακτήρα του μελλοντικού ποιμένος, είναι βέβαιο πως θα πρέπει να διαθέτει εξαιρετικές ικανότητες για να αναλάβει το διακόνημα της προστασίας των παρθένων και των χηρών και της απονομής της δικαιοσύνης. Πόση διάκριση έρευνα και φροντίδα πρέπει να επιδεικνύει ο πνευματικός πατέρας, εκτός από την μεγαλοψυχία που είναι το πρώτιστο προσόν; Ακόμη θα πρέπει να «διαθέτη και μία άλλη αρετή, την αιτία όλων των ανθρωπίνων αγαθών, την ανεξικακία […] πρέπει να υποφέρει με μεγαλοφροσύνη […] και να μην εκνευρίζεται με τις ανυπόστατες αιτιάσεις ούτε και με τις παράλογες κατηγορίες.»[28]. Να μην οργίζεται, να είναι φιλικός προς τους φτωχούς και προσηνής, μακρόθυμος και υπομονετικός με τα προβλήματα που προκαλεί ο πόνος της φτώχιας, αλλά και εξίσου συνετός και καλός διαχειριστής των χρημάτων για να μπορέσει να προστατεύσει τα χρήματα των φτωχών. Να είναι σφόδρα προσεκτικός στο θέμα της προστασίας των παρθένων και της απονομής δικαιοσύνης.

Με συγκατάβαση θα πρέπει να αντιμετωπίζει ο επίσκοπος το ποίμνιό του. Υγιείς και νοσούντες έχουν την ανάγκη πνευματικής καθοδήγησης, και αυτό πρέπει να είναι καθημερινό μέλημα του επισκόπου. Ακόμη και τις απλές αλλαγές στην όψη του και το γέλιο και το ύφος του πρέπει να προσέχει γιατί είναι στόχος του βλέμματος των πολλών.

Στη συνέχεια και για τις ανάγκες του διαλόγου, ο ι. Χρυσόστομος, εξαντλεί τις απαντήσεις σε ένα σύνολο επιχειρημάτων του Βασιλείου υπέρ όσων δεν επεδίωξαν αλλά αναγκάστηκαν να δεχθούν την Ιερωσύνη.

Ο άγιος Πατέρας δεν είναι επιεικής ούτε και με αυτούς. «Ο τιμηθείς με το βασιλικό αξίωμα δεν πρέπει να προβάλλει το μέγεθος του αξιώματος ως απολογία για τα λάθη του, αλλά πρέπει να χρησιμοποιεί την εξαιρετική εύνοια που του έδειξε ο Θεός για να βελτιωθεί.»[29].

Υπάρχει ασφαλής τρόπος να αποφύγει ο άνθρωπος την αιώνια καταδίκη. Αν μεν δεν είναι ικανός, να αποφύγει δια παντός την Ιερωσύνη. Αν δε είναι άξιος γι αυτήν, να αναθέσει τις ελπίδες του για σωτηρία στη χάρη του Θεού και στο ότι δεν θα πράξει ποτέ τίποτα αντίθετο αυτής της χάρητος.

Μεγάλη σημασία δίνει ο Χρυσόστομος στα ρητορικά χαρίσματα του ποιμένα. Διότι «η δια του λόγου διδασκαλία»[30] αποτελεί θέση φαρμάκου και εργαλείου για εκείνον που θα γιατρέψει τις ψυχές των νοσούντων. Ειδικά των αιρετικών, που χρειάζονται, εκτός από οτιδήποτε άλλο, την διδασκαλία για να ορθοδρομήσουν.

Μάχαιρα πνεύματος, ανθεκτική πανοπλία πίστεως, θαυματουργική παρουσία, δεν θα μπορούσαν να αναιρέσουν την αξία του χαρίσματος του λόγου. Διότι ο ποιμένας πρέπει να διαθέτει και άριστη θεολογική προετοιμασία και να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να μπει στη μάχη με τους αλλόθρησκους και τους αιρετικούς, χρησιμοποιώντας την τέχνη της διαλεκτικής, χωρίς να φιλονικεί, ήπιος, διδακτικός και ανεξίκακος όπως οφείλουν να είναι οι δούλοι του Κυρίου.

Ακλουθώντας για άλλη μια φορά τις ρήσεις του θείου Παύλου, προτύπου πνευματικού ποιμένα, ο οποίος εξαιτίας της σύνταξης των δύο προς Τιμόθεον και μιας προς Τίτον ποιμαντικών επιστολών «εκλήθη Πατέρας και Θεμελιωτής της Ποιμαντικής»[31], ο Χρυσόστομος, προβάλει την ανάγκη να αποκτήσουν άπαντες το χάρισμα του λόγου και τις ικανότητες του Αποστόλου. Να είστε έτοιμοι να απολογηθείτε για την πίστη σας ζητούν στους αιώνες οι δύο μεγάλοι μας άγιοι, διότι ζημιά μεγάλη αποτελεί για το ποίμνιο ο άπραγος περί τα δόγματα και την διδασκαλία ιερέας του οποίου η ήττα θα οδηγήσει πολλούς στην καταστροφή.

Ο ποιμένας διδάσκων, πρέπει να έχει εμπειρία, να μπορεί να παραβλέπει τα εγκώμια ενώ τα αξίζει και να έχει γενναία ψυχή και τέχνη του λόγου χωρίς να άγεται από τις επιθυμίες του πλήθους αλλά κατορθώνοντας με την τέχνη του να άγει το πλήθος αυτός.

Πρέπει να ρυθμίζει το περιεχόμενο των λόγων του με βάση το θέλημα του Θεού, καταφρονώντας τους επαίνους και κατανικώντας το θηρίο της δόξας, για να μην καταληφθεί η ψυχή του από την αθυμία και τα άλλα πάθη του όχλου.

Και φυσικά όλα αυτά που αναφέρθηκαν από τον άγιο Πατέρα αφορούν ετούτον εδώ τον κόσμο και την επίγεια ζωή μας.

Αναρωτιέται λοιπόν, «Πώς όμως θα μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της ουράνιας ζωής, όταν είμαστε αναγκασμένοι να επωμισθούμε τις ευθύνες για καθένα από τους ανθρώπους που ανατέθηκαν στην ποιμαντική μας εξουσία;»[32].

Διότι οι ιερείς έχουν την ευθύνη για τις αμαρτίες των άλλων και επιβάλλεται να αγρυπνούν για τις ψυχές του ποιμνίου τους.

Απαιτείται αγγελική αρετή, πεντακάθαρη ψυχή, περισσότερη και από την μοναχική καρτερία, άσπιλο πνευματικό κάλλος, συνεχής νήψη, αυστηρότητα της σωφροσύνης, επιμέλεια και φροντίδα της εξωτερικής εμφάνισης προς αποφυγήν του οίκτου και της χειρότερης καταστροφής.

Πώς πρέπει να σκιαγραφήσει, λοιπόν, ο Χρυσόστομος «τον υπέρ της πόλεως όλης, τι λέγω της πόλεως, πάσης μεν ουν της οικουμένης πρεσβέβοντα και δεόμενον ταις απάντων αμαρτίαις ίλεων γενέσθαι τον Θεόν, ου των ζώντων μόνον, αλλά και των απελθόντων, οποίον τινά είναι χρη;»[33] Ποιος είναι αυτός που διακονεί ολόκληρο τον κόσμο μέσω του φρικτού θυσιαστηρίου;

Είναι ο ικανός, ο επιτήδειος σε όλα. Προς δόξαν Θεού και οικοδομήν της Εκκλησίας. Είναι εκείνος που δίνει σκληρότερο από τον μοναχό αγώνα, ποιμαίνει τα πλήθη με καρτερία, ασκείται με μέτρο μέσα στην εγκόσμια βοή, φέρει στους ώμους του τις αμαρτίες των πολλών.

Είναι όμως και άνθρωπος και μας αναπέμπει παράκληση δια στόματος Βασιλείου:

«Σε παρακαλώ όμως και σε ικετεύω, αν κάτι θέλης να κάνεις για μένα να με στηρίξεις εν Χριστώ,»[34]. Και ως Χρυσόστομος απαντά: «Πιστεύω γαρ,[…],τω καλέσαντί σε Χριστώ και τοις ιδίοις επιστήσαντι προβάτοις ότι τοσαύτην εκ της διακονοίας ταύτης κτήση παρρησίαν ως και ημάς κατά την ημέραν εκείνην κινδυνεύοντας εις την αιώνιόν σου δέξασθαι σκηνήν.»[35].




[1] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Α΄, σ. 41.

[2] Για την οικονομία του έργου, ο Χρυσόστομος, υποτίθεται ότι εξαπάτησε τον Βασίλειο υποδυόμενος ότι και αυτός θα αποδεχτεί την χειροτονία του σε Επίσκοπο, αναγκάζοντας έτσι τον φίλο του να βρεθεί στις τάξεις των ιερέων ακουσίως.

[3] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 85 2.1.

[4] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Β΄, σ. 45.

[5] Αυτόθι, 85 2.1.41-44.

[6] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Β΄, σ. 45.

[7] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 85 2.1.54-56.

[8] Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, σ. 95.

[9] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 85 2.2 20-23.

[10] Αυτόθι, 85 2.3.60-61.

[11] Β΄ Κορ. 1,24.

[12] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 2.4.51-55.

[13] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Β΄, σ. 55.

[14] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2, 2.8.33-34.

[15] Αυτόθι, 3, 3.1.12.

[16] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Γ΄, σ. 64.

[17] Αυτόθι, σ. 65.

[18] Αυτόθι, σ. 66.

[19] Αυτόθι, σ. 68.

[20] Αυτόθι, σ. 71.

[21]Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 3, 3.9.13-27.

[22] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Γ΄, σ. 75.

[23] Αυτόθι, σ. 81 εξ.

[24] Αυτόθι.

[25] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 3, 3.10.2.70.

[26] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος Γ΄, σ. 76.

[27] Αυτόθι, σ. 90.

[28] Αυτόθι, σ. 92.

[29] Αυτόθι, Λόγος Δ΄, σ. 104.

[30] Αυτόθι, σ. 114.

[31] Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, σ. 81.

[32] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος ΣΤ΄, σ. 139.

[33] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 6, 85 6.4.22-25.

[34] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης Λόγοι ϛ΄, Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Βασίλειος Χρ. Καραγώργος, Λόγος ΣΤ΄, σ. 166.

[35] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 6, 85 6.13.96-99.



*Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα εργασίας μου για τον ι. Χρυσόστομο, η οποία εκπονήθηκε στην Θεολογική Σχολή στα πλαίσια του μαθήματος της Ποιμαντικής.