Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Ο σεσωσμένος υιός…

.


Πολλές φορές αναρωτιέμαι ποια είναι η πίστη μας των Χριστιανών…
Σε ποιο Θεό ακουμπάμε προσευχές και όνειρα, ελπίδα σωτηρίας;
Τι τον κάνει τόσο «ξεχωριστό»;
Τι μας κρατάει κοντά του;
«Ο Θεός είναι πρόσωπο και Αγάπη», έλεγε μια μέρα σε μας τους φοιτητές του ο Σεβασμιότατος Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως… ο αγαπημένος μας π. Ιερεμίας…
«Αν δεν δείτε με Έρωτα τον συνάνθρωπο», έλεγε, «αν δεν είστε πρόσωπα απέναντί του, αν δεν έχετε μαζί του προσωπική και ερωτική σχέση, πώς θα αγαπήσετε το Θεό»;
Έτσι είναι. Ο Θεός αγαπιέται μέσα από τον άλλο. Τον κάθε άλλο. Τι ωφελεί, έλεγε ο Ιησούς, να αγαπάτε αυτόν που σας αγαπά; Αυτό το κάνουν όλοι.
Ενώ όμως τον Θεό εμείς τον αγαπάμε μέσα από τον άλλο πρωτίστως-κάποιες φορές, δυστυχώς, ξεχνώντας ότι η αγάπη προς τον πλησίον προϋποθέτει και την αγάπη προς τον εαυτό μας-ο ίδιος μας αγαπά και μας αποδέχεται απευθείας. Πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως ο σπλαχνικός πατέρας τον γιο του που επιστρέφει.
Αν είχε χαθεί ολόκληρο το κείμενο της Καινής Διαθήκης και είχε σωθεί μόνο η παραβολή του ασώτου, πάλι ακέραιο θα ήταν το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ευαγγελίου.
Εκεί ανακεφαλαιώνεται το μήνυμα της Αγάπης του Θεού για μας… στη βεβαιότητα της ανοιχτής πόρτας. Εκεί ανακεφαλαιώνεται η έννοια της αποδοχής… στο ότι ο πατέρας δέχτηκε πίσω το γιο του και δεν τον ρώτησε τίποτα. Παρ’ ότι όμως δεν τον ρώτησε, ο γιος είπε φωναχτά: Ήμαρτον... Επιστροφή και αποδοχή συντελέστηκαν ταυτόχρονα, χωρίς «πώς;» και «γιατί;»…
Στην ανοιχτή αγκαλιά… στην ορθάνοιχτη πόρτα… στο κοινό τραπέζι με το «μόσχο το σιτευτό»… εκεί πραγματώνεται η θυσία και το μυστήριο της αγάπης.
Πολλές φορές λοιπόν αναρωτιέμαι… Θα επέστρεφε ο άσωτος υιός, αν δεν ήξερε με βεβαιότητα ότι τον προσμένει ένας σπλαχνικός Πατέρας; Αν δεν ήξερε ότι θα συγχωρηθεί;
Νομίζω πως όχι. Νομίζω ότι κανείς μας δεν χτυπά πόρτες κλειστές. Η σχέση μας με το Θεό και κατ’ επέκταση με τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, έχει ως προϋπόθεση τη βεβαιότητα ότι η άλλη πλευρά μας αποδέχεται όποιοι κι αν είμαστε και μας αγαπά όπως κι αν είμαστε. Αρκεί να επιστρέψουμε.
Αυτή είναι η πίστη μας, αυτός είναι ο Θεός μας, αλλά και αυτός είναι ο πλοηγός μας για όλες μας τις σχέσεις.







Κατά Λουκά Ευαγγέλιο 15: 11
(Πρωτότυπο)
Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ' οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.







(Απόδοση στη Νέα Ελληνική)
Kάποιος είχε δυο γιους. 12Kι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία. Kι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. 13Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία. 14Kι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται. 15Πήγε τότε κι έγινε υπηρέτης ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. 16Kατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε. 17Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ’ ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα! 18Θα σηκωθώ, λοιπόν, και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον του ουρανού όσο κι εναντίον σου. 19Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. 20Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Kι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά. 21Tου είπε τότε ο γιος: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον του ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου. 22Mα ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του. 23Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε, 24γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Kι άρχισαν να ευφραίνονται.